Η κεραμοχελώνα (επιστ. Eretmochelys imbricata) είναι ένα απειλούμενο είδος θαλάσσιας χελώνας που απαντάται κυρίως στις τροπικές θάλασσες του κόσμου. Μερικές από αυτές, πολύ λίγες όμως, έχουν εντοπιστεί νότια της Κρήτης και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου.
Η πράσινη χελώνα (επιστ. Chelonia mydas) παρατηρείται πολύ σπάνια στις ελληνικές θάλασσες, ενώ δεν έχουν εντοπιστεί περιοχές ωοτοκίας σε ελληνικές ακτές. Συναντάται στις θάλασσες της Κρήτης σπάνια και είναι η μεγαλύτερη θαλάσσια χελώνα με σκληρό κέλυφος που υπάρχει στον κόσμο.
Η δερματοχελώνα (επιστ. Dermochelys coriacea) είναι το μεγαλύτερο ερπετό του κόσμου, με μήκος καβουκιού που μπορεί να φτάσει τα 250cm και βάρος που μερικές φορές ξεπερνάει τα 900kg. Έχουν παρατηρηθεί αραιές εμφανίσεις του είδους στην Ελλάδα (και στην Κρήτη), ενώ δεν έχει αναφερθεί καμιά περίπτωση ωοτοκίας.
Η χελώνα Καρέττα (επιστ. Caretta caretta) είναι το σημαντικότερο είδος θαλάσσιας χελώνας της Ελλάδος, το οποίο προστατεύεται αυστηρά από την ελληνική νομοθεσία. Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται δύο οργανώσεις για την θαλάσσια χελώνα, η ΑΡΧΕΛΩΝ και η MEDASSET, οι οποίες πράγματι κάνουν σπουδαίο και αξιέπαινο έργο.
Η κρασπεδωτή χελώνα (επιστ. Testudo marginata) ή κρασπεδοχελώνα δεν είναι εγγενές είδος της Κρήτης, παρόλο που έχουν βρεθεί απολιθώματα τους. Ωστόσο, όλο και περισσότερες κατοικίδιες κρασπεδοχελώνες εμφανίζονται στην Κρητική ύπαιθρο, καθώς δραπετεύουν από τα σπίτια τους.
Η Ελληνική χελώνα (επιστ. Testudo graeca) είναι ένα είδος χερσαίας χελώνας, το οποίο έχει εισαχθεί στο νησί της Κρήτης από τον άνθρωπο και έχει επιζήσει με αξιοσημείωτη ευκολία. Απαντάται κοντά στους υδροβιότοπους του νησιού και σε σκιερά υγρά δάση.
Η γραμμωτή νεροχελώνα (επιστ. Mauremys rivulata) είναι ένα κοινό είδος χερσαίας χελώνας που απαντάται και στο νησί της Κρήτης, σε όλους τους υγρότοπους του νησιού που βρίσκονται έως και τα 800m υψόμετρο. Είναι γνωστή κι ως ποταμοχελώνα, γραμμωτόλαιμη νεροχελώνα και μαυροχελώνα.
Το σπιτόφιδο (επιστ. Elaphe situla ή Zamenis situla) είναι το ομορφότερο είδος φιδιού της Ελλάδας, με χαρακτηριστικά κοκκινοπορτοκαλί σημάδια στην πλάτη. Στη Κρήτη ονομάζεται και οχέντρι, το οποίο σημαίνει οχιά, το οποίο είναι εσφαλμένο, καθώς το φίδι είναι εντελώς ακίνδυνο. Την λανθασμένη αυτή εντύπωση έχει προκαλέσει ένα σημάδι V στο κεφάλι του, το οποίο έχουν και οι οχιές. Η ονομασία Σπιτόφιδο λέγεται πως κατάγεται από τις Κυκλάδες, όταν σε κάποιες περιοχές οι άνθρωποι το έφερναν εσκεμμένα στους αποθηκευτικούς τους χώρους για τον έλεγχο των ποντικών.
Το αγιόφιδο (επιστ. Telescopus fallax) ή ξυλόδρωπις είναι το μοναδικό φίδι στην Κρήτη που έχει δηλητήριο. Ωστόσο, είναι πολύ ασθενές για τον άνθρωπο και εκκρίνεται στο πίσω μέρος του στόματος του, καθιστώντας το ουσιαστικά ακίνδυνο. Το φίδι τρέφεται με σαύρες και το δηλητήριο του χρησιμοποιείται για να τις χαλαρώνει.
Το λιμνόφιδο (επιστ. Natrix tessellate) ή κυβόφιδο είναι ένα υδρόφιλο είδος φιδιού, το οποίο απαντάται συχνά στους μόνιμους υδροβιότοπους της Κρήτης. Πολλοί το ονομάζουν νερόφιδο, ωστόσο αυτό το όνομα ανήκει στο συγγενικό είδος Natrix natrix, το οποίο δεν απαντάται στο νησί. Τέλος, υπάρχει η υποψία ότι το λιμνόφιδο της Κρήτης ανήκει σε ξεχωριστό είδος, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη.
Η δενδρογαλιά (επιστ. Hierophis gemonensis ή Coluber gemonensis) είναι ένα μεσαίου μεγέθους φίδι, το οποίο υπάρχει σε όλη την Κρήτη. Μπορεί να φτάσει σε μήκος το 1m, συνήθως όμως είναι πολύ μικρότερο.
Το κυρτοδάκτυλο σαμιαμίδι (επιστ. Mediodactylus kotschyi) είναι ένα κοινο είδος σαύρας της Κρήτης, το οποίο μοιάζει πάρα πολύ με τα προηγούμενα δύο, αλλά ανήκει σε άλλο είδος. Ωστόσο, η σημαντικότερη διαφορά του με τα άλλα είδη σαμιαμιδιού που αναφέραμε είναι ότι έχει λεπτό σώμα, καθώς και λεπτά άκρα και δάχτυλα χωρίς βεντούζες.
Το σαμιαμίδι (επιστ. Hemidactylus turcicus) ή μολυντήρι είναι ένα από τα πιο κοινά ερπετά της Κρήτης, το οποίο συγγενεύει με την ταρέντολα. Μάλιστα, πολλοί τα συγχέουν αυτά τα δύο είδη, καθώς έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά.
Η ταρέντολα (επιστ. Tarentola mauritanica) είναι ένα μικρόσωμο είδος σαύρας που φτάνει σε συνολικό μήκος τα 16cm και απαντάται και στο νησί της Κρήτης. Άλλα κοινά ονόματα για την ταρέντολα είναι Μαυριτανικό σαμιαμίδι ή λυσαντήρι. Επίσης κάποιοι το ονομάζουν σαμιαμίδι, λανθασμένα, καθώς πρόκειται για άλλο είδος (δείτε παρακάτω).
Στη Κρήτη εκτός από το υποείδος Lacerta trilineata trilineata, υπάρχει και το υποείδος Lacerta trilineata polylepidota. Η κολισαύρα είναι εντελώς ακίνδυνη, παρόλο που κάποιοι την θεωρούν δηλητηριώδη. Άλλωστε, δεν υπάρχουν καθόλου δηλητηριώδη ερπετά στην Κρήτη.
Η σαύρα της Κρήτης (επιστ. Podarcis cretensis) είναι το μοναδικό ενδημικό είδος σαύρας του νησιού, το οποίο μέχρι πριν λίγα χρόνια εθεωρείτο ότι ανήκε στο Podarcis erhardii. Είναι γνωστό κι ως σιλιβούτι της Κρήτης, μικρή κολισαύρα ή κλωστιδάκι.
Το λιακόνι (επιστ. Chalcides ocellatus) είναι ένα εντυπωσιακό είδος σκίγκου, το οποίο κατανέμεται στην Ιταλία, την Ελλάδα και τη Βόρεια Αφρική. Στην Κρήτη υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι είναι θανάσιμα δηλητηριώδες και οι άνθρωποι το φοβούνται.






















































































