Πάνω από τον ερειπωμένο οικισμό Κολοκάσια, στη νοτιοανατολική πλευρά του Ασφενδιανού φαραγγιού υψώνεται ο απόκρημνος βράχος Καστρί. Όπως μαρτυρούν ίχνη κτιρίων και τμήμα οχυρωματικού τείχους, πάνω στο Καστρί βρήκαν καταφύγιο πιθανώς κατά την Σκοτεινή Περίοδο, δηλαδή μετά την κατάρρευση του Μινωικού Πολιτισμού μετά τον 12ο αιώνα π.Χ., οι κάτοικοι της Κρήτης.
Πάνω από το απόκρημνο φαράγγι του Ανδριανού της επαρχίας Μιραμπέλου υψώνεται το βραχώδες έξαρμα της Φορτέτσας. Αυτόν τον αφιλόξενο, απόκρημνο και φυσικά οχυρωμένο βράχο επέλεξαν οι κατατρεγμένοι Μινωίτες για να εγκαταστήσουν μια μικρή πόλη κατά τη λεγόμενη Σκοτεινή Περίοδο.
Ο υστερομινωικός οικισμός του Βροντά βρίσκεται σε πανοραμική θέση, 2km νότια του Καβουσίου Ιεράπετρας. Κατοικήθηκε μετά την δύση του Μινωϊκού Πολιτισμού από Μινωίτες που αποσύρθηκαν στις κορυφές των Κρητικών βουνών για να προστατευτούν από τις απειλές των νέων Δωρικών φύλων που κατέλαβαν την Κρήτη.
Ο Υστερομινωϊκός οικισμός του Κάστρου βρίσκεται πάνω σε απόκρημνο λόφο 3km νότια του Καβουσίου, στον οποίο οδηγεί αρχαίο μονοπάτι. Η θέα στον κόλπο του Μιραμπέλου, στο άγριο φαράγγι του Μέσωνα, τα βουνά της Μαλαύρας και το νησί της Ψείρας είναι μοναδική.
Ο υστερομινωϊκός οικισμός του Αζοριά ήταν κτισμένος σε λόφο με δύο κορυφές 1km νοτιοδυτικά του σημερινού χωριού Καβούσι. Η πόλη ήκμασε την Αρχαϊκή Περίοδο (7ος – 5ος αιώνας πΧ).
Κατά τη διάρκεια της περίφημης ‘’σκοτεινής περιόδου’’ του πολιτισμού των προχριστιανικών χρόνων στην Κρήτη αναπτύχθηκαν πολλοί οικισμοί σε απομονωμένες ορεινές περιοχές κυρίως της Ανατολικής Κρήτης. Οικισμοί που δημιουργήθηκαν σε δύσβατα μέρη που από τη φύση τους λειτούργησαν σαν φρούρια ικανά να προστατέψουν τους κατοίκους τους από εχθρικές επιδρομές.
Σε μια απόκρημνη κορυφή, φυσικά οχυρή, κοντά στο Καλό Χωριό, βρίσκονται τα ερείπια του Υστερομινωικού οικισμού Βρόκαστρο (ή Βρώκαστρο). Ανήκει κι αυτός στους δεκάδες οικισμούς της σκοτεινότερης περιόδου της Κρήτης, μετά την καταστροφή του Μινωικού Πολιτισμού (1200-800πΧ), που κτίστηκαν στις πλέον αφιλόξενες και δύσκολα προσβάσιμες κορυφές των Κρητικών βουνών.
Το Καρφί είναι ένα μεγάλο βραχώδες εξόγκωμα στις κορυφές των Δικταίων Όρεων, με απίστευτη θέα προς τις βόρειες ακτές της Κρήτης και το Οροπέδιο Λασιθίου, κοντά στη Μονή Κεράς Καρδιωτίσσης. Στη κορυφή του, σε υψόμετρο 1200m, έχουν εντοπιστεί ίχνη από μινωικό ιερό κορυφής.
Στα (Ε)λληνοπεράματα Ηρακλείου και σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα και τις εγκαταστάσεις της Δ.Ε.Η. ορθώνεται απότομος σαν πέτρινο θηρίο ο λόφος της Καστροκεφάλας. Με σχήμα πυραμίδας και υψόμετρο 355 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας έχει μοναδική θέα στη θάλασσα, στον οικισμό της Ρογδιάς, στην ιερή από αρχαιοτάτων χρόνων πυραμίδα του Στρούμπουλα, αλλά και σε όλο τον γόνιμο κάμπο του Ηρακλείου.
Ψηλά πάνω από το χωριό Φρατί στο νότιο Ρέθυμνο και βόρειά του οικισμού βρίσκεται η Φρατιανή Κεφάλα. Πρόκειται για ένα πολύ απότομο λόφο με γκρεμό σε αρκετά σημεία του σε μία πραγματικά ανεμοδαρμένη περιοχή, που από τη φύση του προσφέρει καλό έλεγχο της γύρω περιοχής μέχρι αρκετά μακριά και αποτέλεσε ένα ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους της ιστορίας που υπήρξαν ταραγμένες και δύσκολες.
Ο Αναύλοχος είναι απότομος ορεινός όγκος, ανατολικά του φαραγγιού του Σελλινάρι. Σε αυτό το αφιλόξενο μέρος έχουν εντοπιστεί ίχνη μεταμινωικού οικισμού (9-6ος αιώνας π.Χ.) με δεξαμενές, τείχη, τάφους και ιερό.
Ψηλά πάνω από το χωριό Μύρθιος Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου υψώνεται η κορφή Κυριμιανού με υψόμετρο 805 μέτρα. Πρόκειται για ένα τόπο εξαιρετικά τραχύ και απότομο χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση εκτός από κάποια αιωνόβια κυπαρίσσια που έχουν μείνει εκεί στο πείσμα των αιώνων να θυμίζουν ότι όλη ο οροσειρά που καλύπτει τη λαγκαδιά του Άγίου Βασιλείου αποτελεί τη γεωλογική συνέχεια των Λευκών Όρεων.
Στην κορυφή του βραχώδους εξάρματος του Προφήτη Ηλία κοντά στο Σμάρι Πεδιάδος, σε υψόμετρο 590μ, βρίσκονται τα ερείπια ακρόπολης με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο. Το σημείο έχει πανοραμική θέα σε όλη την επαρχία Πεδιαδας κι επέβλεπε τις εύφορες πεδιάδες του Καστελίου και του Σμαρίου. Κατά την αρχαιολόγο Χατζή-Βαλλιάνου εδώ ήταν η πραγματική θέση της αρχαίας Λύττου που αναφέρεται στον Όμηρο. Η πόλη κατοικήθηκε από το 1800 π.Χ. ως το 630 π.Χ., πριν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της.


















































































