Ιστορία του Ηρακλείου
Η περιοχή της σημερινής πόλης του Ηρακλείου κατοικούνταν ήδη από την αρχαιότητα. Αρχαιολογικά ευρήματα γύρω από το σημερινό Ενετικό λιμάνι μαρτυρούν την παρουσία οικισμού από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Η ευρύτερη παράκτια περιοχή συνδεόταν με την Κνωσό και λειτουργούσε ως ένα από τα επίνειά της, χωρίς όμως η ακριβής θέση του αρχαίου Ηρακλείου να έχει ταυτιστεί με απόλυτη βεβαιότητα.
Βυζαντινή και Αραβική εποχή
Κατά την Πρώτη Βυζαντινή Περίοδο υπήρχε στην περιοχή ένας μικρός οχυρωμένος οικισμός, ο οποίος αναφέρεται ως Κάστρο. Ίχνη της πρώιμης βυζαντινής οχύρωσης έχουν εντοπιστεί κοντά στο λιμάνι και στο ιστορικό κέντρο του Ηρακλείου.
Μεταξύ 824 και 827, η Κρήτη καταλήφθηκε από Άραβες εξόριστους της Ανδαλουσίας με αρχηγό τον Αμπού Χαφς Ομάρ, γνωστό στις βυζαντινές πηγές ως Απόχαψη. Οι νέοι κυρίαρχοι επέλεξαν τη θέση του μικρού παράκτιου κάστρου για να ιδρύσουν την πρωτεύουσα του Εμιράτου της Κρήτης. Η παλιά διοικητική πρωτεύουσα του νησιού, η Γόρτυνα, έχασε πλέον τον κεντρικό της ρόλο.
Οι Άραβες οχύρωσαν ισχυρά τη νέα πόλη και άνοιξαν γύρω της βαθιά τάφρο. Από αυτή προήλθε η ονομασία Rabḍ al-Khandaq, δηλαδή Φρούριο της Τάφρου, η οποία αποδόθηκε στα ελληνικά ως Χάνδακας. Η αραβική οχύρωση ακολουθούσε περίπου τη γραμμή από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου προς τις οδούς Δαιδάλου και Χάνδακος και κατέληγε στη θάλασσα. Ο Χάνδακας εξελίχθηκε σε σημαντικό λιμάνι και ισχυρή βάση του αραβικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι Βυζαντινοί πραγματοποίησαν επανειλημμένες εκστρατείες για την ανακατάληψη της Κρήτης. Τελικά, το 960 ξεκίνησε μεγάλη επιχείρηση υπό τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά. Έπειτα από πολύμηνη πολιορκία, ο Χάνδακας καταλήφθηκε τον Μάρτιο του 961 και η Κρήτη επανεντάχθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Μετά την κατάληψη της πόλης οι οχυρώσεις υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Ο Νικηφόρος Φωκάς επιχείρησε να μεταφέρει το διοικητικό κέντρο σε ασφαλέστερη ενδοχώρα, στην περιοχή του Τεμένους, κοντά στον σημερινό Προφήτη Ηλία. Ο πληθυσμός, ωστόσο, επέστρεψε σταδιακά στον Χάνδακα και οι Βυζαντινοί επισκεύασαν ή ανοικοδόμησαν την οχύρωσή του πάνω στα παλαιότερα αραβικά κατάλοιπα.
Μία από τις κύριες πύλες βρισκόταν κοντά στο σημερινό κτίριο Ακτάρικα, δίπλα στην κρήνη Μοροζίνι. Κατά την Ενετοκρατία έγινε γνωστή ως Voltone ή Μεγάλη Καμάρα. Την ίδια περίοδο οι Βυζαντινοί ενίσχυσαν συνολικά την άμυνα της Κρήτης και εγκατέστησαν στο νησί στρατιωτικούς και πληθυσμούς από διαφορετικές περιοχές της αυτοκρατορίας.
Η Ενετική οχύρωση του Χάνδακα
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από την Τέταρτη Σταυροφορία το 1204, τα δικαιώματα κυριαρχίας στην Κρήτη μεταβιβάστηκαν στη Δημοκρατία της Βενετίας. Πριν όμως εγκατασταθούν οι Ενετοί, ο Γενουάτης Ερρίκος Πεσκατόρε κατέλαβε σημαντικές θέσεις του νησιού και οχύρωσε τον Χάνδακα και άλλα φρούρια. Έπειτα από συγκρούσεις με τους Γενουάτες, οι Ενετοί κατόρθωσαν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους το 1211.
Οι Ενετοί ονόμασαν την πόλη Candia και την κατέστησαν πρωτεύουσα του Regno di Candia, δηλαδή του Βασιλείου της Κρήτης. Αρχικά χρησιμοποίησαν και επισκεύασαν τα παλαιότερα βυζαντινά τείχη, τα οποία περιέκλειαν μια σχετικά μικρή έκταση γύρω από το λιμάνι. Το παλιό τείχος ξεκινούσε από την περιοχή του Μπεντενακίου, ακολουθούσε περίπου τις σημερινές οδούς Χάνδακος και Δαιδάλου και κατέληγε ξανά στο λιμάνι.
Κατά τους πρώτους αιώνες της Ενετοκρατίας σημειώθηκαν πολλές εξεγέρσεις εναντίον της βενετικής διοίκησης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η επανάσταση του Αλεξίου Καλλέργη από το 1282 έως το 1299 και η Επανάσταση του Αγίου Τίτου από το 1363 έως το 1366. Η δεύτερη ξεκίνησε από Βενετούς φεουδάρχες της Κρήτης και υποστηρίχθηκε από τμήμα του ντόπιου πληθυσμού, αλλά τελικά καταπνίγηκε από τη Βενετία.
Η εξάπλωση της χρήσης της πυρίτιδας και των κανονιών, η συνεχής ανάπτυξη των προαστίων και η αυξανόμενη οθωμανική απειλή κατέστησαν αναγκαία την κατασκευή ενός νέου οχυρωματικού περιβόλου. Ο σχεδιασμός των νέων τειχών ξεκίνησε το 1462 και οι εργασίες συνεχίστηκαν για περισσότερο από έναν αιώνα, με βελτιώσεις ακόμη και κατά την πολιορκία της πόλης. Στη διαμόρφωση του συστήματος συνέβαλαν σημαντικοί στρατιωτικοί μηχανικοί της Βενετίας, ανάμεσά τους ο Michele Sanmicheli.
Για την κατασκευή εργάστηκαν χιλιάδες κάτοικοι της Κρήτης, συχνά με υποχρεωτική αγγαρεία, ενώ χρησιμοποιήθηκαν υλικά από λατομεία της περιοχής και από αρχαία ερείπια. Ο νέος περίβολος είχε περίπου τριγωνική μορφή, με τη βάση του προς τη θάλασσα, και περιέκλεισε τόσο την παλιά πόλη όσο και μεγάλο μέρος των προαστίων. Το χερσαίο τμήμα των οχυρώσεων ξεπερνά τα τέσσερα χιλιόμετρα και περιβαλλόταν από πλατιά και βαθιά τάφρο, προτειχίσματα και εξωτερικά οχυρά.
Οι προμαχώνες
Το χερσαίο τείχος ενισχυόταν από επτά μεγάλους προμαχώνες. Οι χαμηλές και πλατιές αυτές κατασκευές είχαν σχεδιαστεί για τη χρήση πυροβόλων και επέτρεπαν στους υπερασπιστές να ελέγχουν τόσο την περιοχή μπροστά από τα τείχη όσο και τα γειτονικά τμήματα της οχύρωσης.
- Στη βορειοανατολική πλευρά βρισκόταν ο προμαχώνας της Άμμου ή Sabbionara, μαζί με τον επιπρομαχώνα Zane.
- Νοτιότερα, κοντά στο σημερινό Καπετανάκειο, βρίσκεται ο προμαχώνας Vitturi.
- Δίπλα στην Πύλη του Ιησού, τη σημερινή Καινούργια Πόρτα, διαμορφώθηκε ο προμαχώνας Ιησού.
- Στη νότια κορυφή του περιβόλου βρίσκεται ο προμαχώνας Martinengo, ο μεγαλύτερος της οχύρωσης, όπου σήμερα βρίσκεται ο τάφος του Νίκου Καζαντζάκη.
- Στα νοτιοδυτικά βρίσκεται ο προμαχώνας Βηθλεέμ, κοντά στο Κομμένο Μπεντένι.
- Δίπλα στην Πύλη του Παντοκράτορα ή Χανιώπορτα βρίσκεται ο ομώνυμος προμαχώνας Παντοκράτορα.
- Στη βορειοδυτική απόληξη της χερσαίας οχύρωσης βρίσκεται ο προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος αποτέλεσε ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία της άμυνας κατά την οθωμανική πολιορκία.
Στο εσωτερικό των τειχών και πίσω από τους προμαχώνες κατασκευάστηκαν θολωτές στοές, πυριτιδαποθήκες, στρατώνες και άλλοι χώροι στρατιωτικής χρήσης. Στην είσοδο του λιμανιού οι Ενετοί αντικατέστησαν το παλιότερο φρούριο με το νέο Rocca a Mare, το σημερινό φρούριο Κούλε, που ολοκληρώθηκε κατά το πρώτο μισό του 16ου αιώνα και δεσπόζει ακόμη στο Ενετικό λιμάνι.
Η πολιορκία και η Οθωμανική περίοδος
Η οθωμανική εκστρατεία για την κατάκτηση της Κρήτης ξεκίνησε το 1645. Έως το 1648 οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και άρχισαν τη συστηματική πολιορκία του Χάνδακα. Η πόλη αντιστάθηκε από τον Μάιο του 1648 έως τον Σεπτέμβριο του 1669, σε μία από τις μακροβιότερες πολιορκίες της παγκόσμιας ιστορίας.
Οι σφοδρότερες επιθέσεις επικεντρώθηκαν στους προμαχώνες του Αγίου Ανδρέα και της Sabbionara. Ο βενετοκρητικός μηχανικός Ανδρέας Μπαρότσης κατηγορήθηκε ότι υπέδειξε στους Οθωμανούς αδύνατα σημεία των οχυρώσεων, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι η πράξη του υπήρξε η καθοριστική αιτία για την πτώση της πόλης. Ύστερα από τεράστιες απώλειες και εξάντληση των υπερασπιστών, ο αρχιστράτηγος Francesco Morosini διαπραγματεύτηκε την παράδοση του Χάνδακα τον Σεπτέμβριο του 1669.
Οι Οθωμανοί επισκεύασαν και χρησιμοποίησαν το ενετικό οχυρωματικό σύστημα, προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες τους. Παράλληλα, απέδωσαν τουρκικές ονομασίες σε πολλά σημεία: η Πύλη του Ιησού έγινε Yeni Kapı, δηλαδή Καινούργια Πόρτα, η Πύλη του Δερματά ονομάστηκε Kum Kapısı, ενώ το Rocca a Mare επικράτησε να αποκαλείται Κούλες.
Κατά τη μακρά Οθωμανική περίοδο οι οχυρώσεις συντηρούνταν ή επισκευάζονταν ανάλογα με τις στρατιωτικές ανάγκες. Σήμερα τα Ενετικά Τείχη του Ηρακλείου, μαζί με το φρούριο του Κούλε, τις πύλες, τις στοές και την τάφρο, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα αναγεννησιακά οχυρωματικά σύνολα της Μεσογείου.



















































































