
Δάση
Το δασικό τοπίο της Κρήτης διαφέρει αισθητά από εκείνο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Πυκνά και εκτεταμένα δάση με σαφή όρια είναι σχετικά σπάνια, καθώς η βλάστηση σχηματίζει συνήθως ένα συνεχές μωσαϊκό από φρύγανα, μακία βλάστηση, αραιές δενδρώδεις συστάδες και μικρότερα συμπαγή δάση. Για τον λόγο αυτό, τα όρια ανάμεσα στο δάσος, στους θαμνώνες και στις ανοικτές εκτάσεις δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα, ενώ ακόμη και η συνολική έκταση των κρητικών δασών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ορισμό που χρησιμοποιείται.
Τα φρύγανα κυριαρχούν στα ξηρότερα και περισσότερο υποβαθμισμένα εδάφη, από τις ακτές έως την ορεινή ζώνη. Σε βαθύτερα εδάφη που συγκρατούν περισσότερη υγρασία αναπτύσσεται η πυκνότερη μακία βλάστηση. Ανάμεσα σε αυτούς τους σχηματισμούς φυτρώνουν χαρουπιές, αγριελιές, πρίνοι, σκίνα, κουμαριές, ρείκια, βελανιδιές, κυπαρίσσια, σφενδάμια, αζίλακες και δάφνες, ενώ στις νοτιότερες περιοχές σημαντική είναι και η παρουσία της τραχείας πεύκης. Μόνο σε ορισμένες θέσεις οι συστάδες γίνονται τόσο πυκνές, ώστε τα φυλλώματα των δέντρων να σχηματίζουν κλειστή κόμη και την εικόνα ενός πραγματικά σκιερού δάσους.
Σε αντίθεση με πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, στην Κρήτη δεν διακρίνονται καθαρά διαδοχικές ζώνες με αείφυλλα πλατύφυλλα χαμηλά, φυλλοβόλες βελανιδιές ψηλότερα και ορεινά κωνοφόρα κοντά στις κορυφές. Η ιδιόμορφη αυτή εικόνα δεν αποτελεί μόνο αποτέλεσμα των ανθρώπινων επεμβάσεων. Συνδέεται και με τη γεωλογική ιστορία του νησιού, καθώς η Κρήτη απομονώθηκε πριν φτάσουν στη Μεσόγειο ορισμένα ψυχρόφιλα δέντρα, όπως τα έλατα και τα μαύρα πεύκα. Παράλληλα, τα κρητικά βουνά απέκτησαν σταδιακά το σημερινό τους ύψος, επιτρέποντας σε είδη χαμηλότερων υψομέτρων να προσαρμοστούν με τον χρόνο στις συνθήκες της ορεινής ζώνης.
Τα τρία χαρακτηριστικότερα δέντρα των ορεινών δασών της Κρήτης είναι ο πρίνος, το κυπαρίσσι και το κρητικό σφενδάμι. Ο πρίνος εμφανίζεται από χαμηλά υψόμετρα έως το ανώτερο όριο του δάσους και αντέχει ιδιαίτερα στη βόσκηση. Ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να παραμένει χαμηλός και θαμνώδης ή να εξελίσσεται σε μεγάλο δέντρο. Το εκτενέστερο και γνωστότερο πρινοδάσος του νησιού βρίσκεται στον Ρούβα, στον Ψηλορείτη, όπου οι πρίνοι συνυπάρχουν με σφενδάμια, κυπαρίσσια, αριές και άλλα είδη.
Το πλαγιόκλαδο κυπαρίσσι σχηματίζει εντυπωσιακές συστάδες στα κρητικά βουνά, με το μεγαλύτερο κυπαρισσόδασος να βρίσκεται στα Λευκά Όρη. Στις ανεμοδαρμένες πλαγιές τα δέντρα αποκτούν συχνά παράξενα, χαμηλά ή στρεβλά σχήματα, ενώ στους χαμηλούς λόφους του Αποκόρωνα τα κυπαρίσσια κατεβαίνουν σχεδόν έως τα πεδινά και σχηματίζουν πυκνά δάση μαζί με αείφυλλες δάφνες. Σημαντικά κυπαρισσοδάση διατηρούνται επίσης στον Εθνικό Δρυμό των Λευκών Ορέων, στην ορεινή Κυδωνία και στην περιοχή της Κριτσάς και του Κρούστα. Το κρητικό σφενδάμι συναντάται επίσης στην ορεινή ζώνη, αλλά και σε χαμηλότερα φαράγγια, γεγονός που δείχνει ότι η εξάπλωση των κρητικών δέντρων δεν ακολουθεί αυστηρά και προβλέψιμα υψομετρικά όρια.
Τα πευκοδάση τραχείας πεύκης αναπτύσσονται συνήθως από το επίπεδο της θάλασσας έως την ημιορεινή ζώνη. Σε ορισμένες θέσεις ανεβαίνουν ψηλότερα, όπως στις νότιες πλαγιές των Λευκών Ορέων, στη Δίκτη πάνω από το Σελάκανο και στα βουνά της Σητείας πάνω από τη Θρυπτή. Η τραχεία πεύκη είναι είδος που εποικίζει εύκολα λιθώνες, αμμώδη εδάφη και εγκαταλειμμένες καλλιέργειες, γι’ αυτό αρκετά πευκοδάση αποτελούν δευτερογενή βλάστηση που αναπτύχθηκε έπειτα από παλαιότερες διαταραχές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυναμικής της είναι η επέκτασή της στη Γαύδο, όπου κατέλαβε παλιά χωράφια και εξαπλώθηκε προς τις ακτές.
Σημαντικά πευκοδάση και μικτά δάση διατηρούνται στην Κάτω Σύμη, στα Βορίζια, στον Κουδουμά, στην Πρίνα και στις νότιες πλαγιές των Αστερουσίων Ορέων. Τα δάση αυτά φιλοξενούν πολλά ενδημικά και προστατευόμενα είδη, όπως την αμπελιτσιά και το κρητικό κεφαλάνθηρο, ενώ αποτελούν καταφύγιο για μεγάλο αριθμό ζώων και πτηνών.
Ιδιαίτερη μορφή έχουν επίσης τα δάση που σχηματίζονται από λιγότερο συνηθισμένα είδη. Κοντά στα Μάλια βρίσκεται το Αζιλακόδασος, μία από τις σημαντικότερες συγκεντρώσεις αριάς στην Ελλάδα, ενώ στις Τρεις Εκκλησιές διατηρείται ένα σπάνιο αυτοφυές χαρουπόδασος. Τα φοινικοδάση στο Βάι και στην Πρέβελη σχηματίζονται κυρίως από τον ενδημικό κρητικό φοίνικα, ενώ μικρότερες συστάδες του είδους υπάρχουν και σε άλλες παράκτιες περιοχές.
Η σημερινή μορφή των κρητικών δασών αποτελεί αποτέλεσμα της μακράς αλληλεπίδρασης του κλίματος, του εδάφους, της γεωλογικής ιστορίας, του ανταγωνισμού μεταξύ των φυτών και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η βόσκηση, οι πυρκαγιές, η υλοτομία, οι καλλιέργειες και η εγκατάλειψη παλιών αγρών μπορούν άλλοτε να περιορίζουν το δάσος και άλλοτε να ευνοούν την εξάπλωση συγκεκριμένων ειδών. Παρά τη συχνά ανοικτή και ακανόνιστη μορφή τους, τα δάση της Κρήτης προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση, συγκρατούν το νερό, φιλοξενούν πολλά ενδημικά είδη και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου του νησιού.


Φαράγγι Σαμαριάς

Φοινικόδασος Βάι

Δάσος και Φαράγγι Ρούβα

Δάσος Φουρνί

Δάσος Σελάκανο

Πευκοδάσος Σύμης








































































