Οχυρωμένες Πόλεις

Κάστρα

Το Μεγάλο Κάστρο

Μια θορυβώδης τσιμεντούπολη με πραγματικά σπουδαία ιστορία.
Ακόμη διατηρεί μερικά από τα στοιχεία που
την έκαναν τη σημαντικότερη κτήση των Ενετών.

10 κορυφαία αξιοθέατα | Κρήνη των Λεόντων | Κνωσσός | Ενετικά Τείχη | Ενετικό Λιμάνι | Μουσεία | Διαμονή

Επιλογές

Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Ανακάλυψε

Επιλογές

Κούλες

Ανακάλυψε

Επιλογές

Ανάκτορο Κνωσσού

Ανακάλυψε

Ιστορία του Ηρακλείου

Η περιοχή της σημερινής πόλης του Ηρακλείου κατοικούνταν ήδη από την αρχαιότητα. Αρχαιολογικά ευρήματα γύρω από το σημερινό Ενετικό λιμάνι μαρτυρούν την παρουσία οικισμού από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Η ευρύτερη παράκτια περιοχή συνδεόταν με την Κνωσό και λειτουργούσε ως ένα από τα επίνειά της, χωρίς όμως η ακριβής θέση του αρχαίου Ηρακλείου να έχει ταυτιστεί με απόλυτη βεβαιότητα.

Βυζαντινή και Αραβική εποχή

Χάρτης του βυζαντινού και αραβικού ΧάνδακαΚατά την Πρώτη Βυζαντινή Περίοδο υπήρχε στην περιοχή ένας μικρός οχυρωμένος οικισμός, ο οποίος αναφέρεται ως Κάστρο. Ίχνη της πρώιμης βυζαντινής οχύρωσης έχουν εντοπιστεί κοντά στο λιμάνι και στο ιστορικό κέντρο του Ηρακλείου.

Μεταξύ 824 και 827, η Κρήτη καταλήφθηκε από Άραβες εξόριστους της Ανδαλουσίας με αρχηγό τον Αμπού Χαφς Ομάρ, γνωστό στις βυζαντινές πηγές ως Απόχαψη. Οι νέοι κυρίαρχοι επέλεξαν τη θέση του μικρού παράκτιου κάστρου για να ιδρύσουν την πρωτεύουσα του Εμιράτου της Κρήτης. Η παλιά διοικητική πρωτεύουσα του νησιού, η Γόρτυνα, έχασε πλέον τον κεντρικό της ρόλο.

Οι Άραβες οχύρωσαν ισχυρά τη νέα πόλη και άνοιξαν γύρω της βαθιά τάφρο. Από αυτή προήλθε η ονομασία Rabḍ al-Khandaq, δηλαδή Φρούριο της Τάφρου, η οποία αποδόθηκε στα ελληνικά ως Χάνδακας. Η αραβική οχύρωση ακολουθούσε περίπου τη γραμμή από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου προς τις οδούς Δαιδάλου και Χάνδακος και κατέληγε στη θάλασσα. Ο Χάνδακας εξελίχθηκε σε σημαντικό λιμάνι και ισχυρή βάση του αραβικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι Βυζαντινοί πραγματοποίησαν επανειλημμένες εκστρατείες για την ανακατάληψη της Κρήτης. Τελικά, το 960 ξεκίνησε μεγάλη επιχείρηση υπό τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά. Έπειτα από πολύμηνη πολιορκία, ο Χάνδακας καταλήφθηκε τον Μάρτιο του 961 και η Κρήτη επανεντάχθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Μετά την κατάληψη της πόλης οι οχυρώσεις υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Ο Νικηφόρος Φωκάς επιχείρησε να μεταφέρει το διοικητικό κέντρο σε ασφαλέστερη ενδοχώρα, στην περιοχή του Τεμένους, κοντά στον σημερινό Προφήτη Ηλία. Ο πληθυσμός, ωστόσο, επέστρεψε σταδιακά στον Χάνδακα και οι Βυζαντινοί επισκεύασαν ή ανοικοδόμησαν την οχύρωσή του πάνω στα παλαιότερα αραβικά κατάλοιπα.

Μία από τις κύριες πύλες βρισκόταν κοντά στο σημερινό κτίριο Ακτάρικα, δίπλα στην κρήνη Μοροζίνι. Κατά την Ενετοκρατία έγινε γνωστή ως Voltone ή Μεγάλη Καμάρα. Την ίδια περίοδο οι Βυζαντινοί ενίσχυσαν συνολικά την άμυνα της Κρήτης και εγκατέστησαν στο νησί στρατιωτικούς και πληθυσμούς από διαφορετικές περιοχές της αυτοκρατορίας.

Η Ενετική οχύρωση του Χάνδακα

Χάρτης της ενετικής CandiaΜετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από την Τέταρτη Σταυροφορία το 1204, τα δικαιώματα κυριαρχίας στην Κρήτη μεταβιβάστηκαν στη Δημοκρατία της Βενετίας. Πριν όμως εγκατασταθούν οι Ενετοί, ο Γενουάτης Ερρίκος Πεσκατόρε κατέλαβε σημαντικές θέσεις του νησιού και οχύρωσε τον Χάνδακα και άλλα φρούρια. Έπειτα από συγκρούσεις με τους Γενουάτες, οι Ενετοί κατόρθωσαν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους το 1211.

Οι Ενετοί ονόμασαν την πόλη Candia και την κατέστησαν πρωτεύουσα του Regno di Candia, δηλαδή του Βασιλείου της Κρήτης. Αρχικά χρησιμοποίησαν και επισκεύασαν τα παλαιότερα βυζαντινά τείχη, τα οποία περιέκλειαν μια σχετικά μικρή έκταση γύρω από το λιμάνι. Το παλιό τείχος ξεκινούσε από την περιοχή του Μπεντενακίου, ακολουθούσε περίπου τις σημερινές οδούς Χάνδακος και Δαιδάλου και κατέληγε ξανά στο λιμάνι.

Κατά τους πρώτους αιώνες της Ενετοκρατίας σημειώθηκαν πολλές εξεγέρσεις εναντίον της βενετικής διοίκησης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η επανάσταση του Αλεξίου Καλλέργη από το 1282 έως το 1299 και η Επανάσταση του Αγίου Τίτου από το 1363 έως το 1366. Η δεύτερη ξεκίνησε από Βενετούς φεουδάρχες της Κρήτης και υποστηρίχθηκε από τμήμα του ντόπιου πληθυσμού, αλλά τελικά καταπνίγηκε από τη Βενετία.

Η εξάπλωση της χρήσης της πυρίτιδας και των κανονιών, η συνεχής ανάπτυξη των προαστίων και η αυξανόμενη οθωμανική απειλή κατέστησαν αναγκαία την κατασκευή ενός νέου οχυρωματικού περιβόλου. Ο σχεδιασμός των νέων τειχών ξεκίνησε το 1462 και οι εργασίες συνεχίστηκαν για περισσότερο από έναν αιώνα, με βελτιώσεις ακόμη και κατά την πολιορκία της πόλης. Στη διαμόρφωση του συστήματος συνέβαλαν σημαντικοί στρατιωτικοί μηχανικοί της Βενετίας, ανάμεσά τους ο Michele Sanmicheli.

Για την κατασκευή εργάστηκαν χιλιάδες κάτοικοι της Κρήτης, συχνά με υποχρεωτική αγγαρεία, ενώ χρησιμοποιήθηκαν υλικά από λατομεία της περιοχής και από αρχαία ερείπια. Ο νέος περίβολος είχε περίπου τριγωνική μορφή, με τη βάση του προς τη θάλασσα, και περιέκλεισε τόσο την παλιά πόλη όσο και μεγάλο μέρος των προαστίων. Το χερσαίο τμήμα των οχυρώσεων ξεπερνά τα τέσσερα χιλιόμετρα και περιβαλλόταν από πλατιά και βαθιά τάφρο, προτειχίσματα και εξωτερικά οχυρά.

Οι προμαχώνες

Το χερσαίο τείχος ενισχυόταν από επτά μεγάλους προμαχώνες. Οι χαμηλές και πλατιές αυτές κατασκευές είχαν σχεδιαστεί για τη χρήση πυροβόλων και επέτρεπαν στους υπερασπιστές να ελέγχουν τόσο την περιοχή μπροστά από τα τείχη όσο και τα γειτονικά τμήματα της οχύρωσης.

  1. Στη βορειοανατολική πλευρά βρισκόταν ο προμαχώνας της Άμμου ή Sabbionara, μαζί με τον επιπρομαχώνα Zane.
  2. Νοτιότερα, κοντά στο σημερινό Καπετανάκειο, βρίσκεται ο προμαχώνας Vitturi.
  3. Δίπλα στην Πύλη του Ιησού, τη σημερινή Καινούργια Πόρτα, διαμορφώθηκε ο προμαχώνας Ιησού.
  4. Στη νότια κορυφή του περιβόλου βρίσκεται ο προμαχώνας Martinengo, ο μεγαλύτερος της οχύρωσης, όπου σήμερα βρίσκεται ο τάφος του Νίκου Καζαντζάκη.
  5. Στα νοτιοδυτικά βρίσκεται ο προμαχώνας Βηθλεέμ, κοντά στο Κομμένο Μπεντένι.
  6. Δίπλα στην Πύλη του Παντοκράτορα ή Χανιώπορτα βρίσκεται ο ομώνυμος προμαχώνας Παντοκράτορα.
  7. Στη βορειοδυτική απόληξη της χερσαίας οχύρωσης βρίσκεται ο προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος αποτέλεσε ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία της άμυνας κατά την οθωμανική πολιορκία.

Στο εσωτερικό των τειχών και πίσω από τους προμαχώνες κατασκευάστηκαν θολωτές στοές, πυριτιδαποθήκες, στρατώνες και άλλοι χώροι στρατιωτικής χρήσης. Στην είσοδο του λιμανιού οι Ενετοί αντικατέστησαν το παλιότερο φρούριο με το νέο Rocca a Mare, το σημερινό φρούριο Κούλε, που ολοκληρώθηκε κατά το πρώτο μισό του 16ου αιώνα και δεσπόζει ακόμη στο Ενετικό λιμάνι.

Η πολιορκία και η Οθωμανική περίοδος

Η οθωμανική εκστρατεία για την κατάκτηση της Κρήτης ξεκίνησε το 1645. Έως το 1648 οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και άρχισαν τη συστηματική πολιορκία του Χάνδακα. Η πόλη αντιστάθηκε από τον Μάιο του 1648 έως τον Σεπτέμβριο του 1669, σε μία από τις μακροβιότερες πολιορκίες της παγκόσμιας ιστορίας.

Οι σφοδρότερες επιθέσεις επικεντρώθηκαν στους προμαχώνες του Αγίου Ανδρέα και της Sabbionara. Ο βενετοκρητικός μηχανικός Ανδρέας Μπαρότσης κατηγορήθηκε ότι υπέδειξε στους Οθωμανούς αδύνατα σημεία των οχυρώσεων, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι η πράξη του υπήρξε η καθοριστική αιτία για την πτώση της πόλης. Ύστερα από τεράστιες απώλειες και εξάντληση των υπερασπιστών, ο αρχιστράτηγος Francesco Morosini διαπραγματεύτηκε την παράδοση του Χάνδακα τον Σεπτέμβριο του 1669.

Οι Οθωμανοί επισκεύασαν και χρησιμοποίησαν το ενετικό οχυρωματικό σύστημα, προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες τους. Παράλληλα, απέδωσαν τουρκικές ονομασίες σε πολλά σημεία: η Πύλη του Ιησού έγινε Yeni Kapı, δηλαδή Καινούργια Πόρτα, η Πύλη του Δερματά ονομάστηκε Kum Kapısı, ενώ το Rocca a Mare επικράτησε να αποκαλείται Κούλες.

Κατά τη μακρά Οθωμανική περίοδο οι οχυρώσεις συντηρούνταν ή επισκευάζονταν ανάλογα με τις στρατιωτικές ανάγκες. Σήμερα τα Ενετικά Τείχη του Ηρακλείου, μαζί με το φρούριο του Κούλε, τις πύλες, τις στοές και την τάφρο, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα αναγεννησιακά οχυρωματικά σύνολα της Μεσογείου.

Οι Πύλες του Χάνδακα

Οι Πύλες του Χάνδακα

Η οχυρωμένη πόλη του Χάνδακα, η ενετική Candia και το σημερινό Ηράκλειο, διέθετε τέσσερις κύριες πύλες που εξυπηρετούσαν την καθημερινή επικοινωνία της πόλης με το λιμάνι και την κρητική ενδοχώρα. Εκτός από αυτές υπήρχαν μικρότερες στρατιωτικές πύλες, έξοδοι κινδύνου και στοές που συνέδεαν το εσωτερικό της οχύρωσης με την τάφρο και τις χαμηλές πλατείες των προμαχώνων. Στη βόρεια πλευρά, στο τέλος της σημερινής οδού 25ης Αυγούστου, βρισκόταν η Πύλη του Μόλου. Μέσω αυτής επικοινωνούσε η πόλη με το Ενετικό λιμάνι, τα Νεώρια και το φρούριο Rocca a Mare. Η πύλη συνδέθηκε με σημαντικά γεγονότα της ιστορίας του Ηρακλείου, από την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς το 1669 έως τις ταραχές της 25ης Αυγούστου 1898. Κατεδαφίστηκε λίγο αργότερα, κατά τις επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν στην παραλιακή ζώνη υπό τη βρετανική διοίκηση. Στην ανατολική πλευρά, κάτω από τη σημερινή πλατεία Ελευθερίας και κοντά στο άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, βρισκόταν η Πύλη του Αγίου Γεωργίου. Ήταν επίσης γνωστή ως Πύλη του Λαζαρέτου ή του Μαρουλά και συνέδεε τον Χάνδακα με την ανατολική Κρήτη, την περιοχή του Κατσαμπά και το λοιμοκαθαρτήριο της πόλης. Το μεγαλύτερο τμήμα της καταχώθηκε κατά τη διαμόρφωση της λεωφόρου Δημοκρατίας, αλλά τμήμα της εσωτερικής στοάς της έχει αποκατασταθεί και είναι επισκέψιμο. Στη νότια πλευρά των τειχών κατασκευάστηκε το 1587 η Πύλη του Ιησού, γνωστή σήμερα ως Καινούργια Πόρτα. Από εδώ ξεκινούσαν οι δρόμοι προς την Κνωσό, τη Μεσαρά και τις νότιες επαρχίες. Από την περιοχή της πύλης περνούσε επίσης ο αγωγός του ενετικού υδραγωγείου που μετέφερε στην πόλη νερό από τις πηγές του Γιούχτα. Η σημερινή κυκλοφοριακή διάνοιξη της Καινούργιας Πόρτας δεν πρέπει να συγχέεται με την ιστορική ενετική πύλη, η οποία σώζεται ενσωματωμένη στα τείχη. Στη δυτική πλευρά, στο τέλος της Strata Larga, της σημερινής οδού Καλοκαιρινού, βρισκόταν η Πύλη του Παντοκράτορα ή Panigra, γνωστή σήμερα ως Χανιώπορτα. Αποτελούσε την κύρια έξοδο προς τη δυτική Κρήτη. Πάνω από την εσωτερική είσοδο σώζεται ανάγλυφη παράσταση του Παντοκράτορα με τη λατινική επιγραφή OMNIPOTENS, ενώ στο εσωτερικό της πύλης ξεκινούν δύο θολωτές στοές, μία για την κυκλοφορία και μία στρατιωτική. Οι τρεις κύριες χερσαίες πύλες, του Αγίου Γεωργίου, του Ιησού και του Παντοκράτορα, έκλειναν κάθε βράδυ με βαριές ξύλινες πόρτες κατά τη δύση του ηλίου και άνοιγαν ξανά την αυγή. Όσοι έφταναν μετά το κλείσιμο των πυλών παρέμεναν έξω από την πόλη και μπορούσαν να διανυκτερεύσουν σε ειδικά στεγασμένους χώρους. Η προσέγγιση των πυλών ελεγχόταν από τους γειτονικούς προμαχώνες, τις χαμηλές πλατείες και τα εξωτερικά οχυρωματικά έργα. Τα orecchioni, δηλαδή τα «μεγάλα αυτιά», ήταν οι καμπύλες και ισχυρές πλευρικές προεξοχές των προμαχώνων, οι οποίες προστάτευαν τις χαμηλές πλατείες και επέτρεπαν στους υπερασπιστές να ελέγχουν τα γειτονικά τμήματα των τειχών. Εκτός από τις τέσσερις κύριες πύλες υπήρχαν και μικρότερες πύλες στρατιωτικού ή βοηθητικού χαρακτήρα. Στη βορειοδυτική πλευρά βρισκόταν η Πύλη του Αγίου Ανδρέα, από την οποία σώζεται σήμερα μόνο τμήμα της θολωτής στοάς. Στη βορειοανατολική πλευρά βρισκόταν η Πύλη της Άμμου ή Sabbionara, η οποία συνέδεε την πόλη με την αμμώδη παραλία ανατολικά του λιμανιού. Η Πύλη Δερματά βρισκόταν περίπου στο μέσο του παραθαλάσσιου τείχους, στον ομώνυμο κόλπο, κοντά στο σημερινό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης. Συνέδεε την πόλη απευθείας με τη θάλασσα και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική έξοδος σε περίπτωση αποκλεισμού του Ενετικού λιμανιού. Στην Πύλη Δερματά αποβιβάστηκαν τον Νοέμβριο του 1668 οι Γάλλοι εθελοντές του δούκα François de La Feuillade, οι οποίοι έφτασαν για να ενισχύσουν τους πολιορκημένους υπερασπιστές του Χάνδακα. Η επίθεσή τους εναντίον των οθωμανικών θέσεων απέτυχε και οι Γάλλοι αποχώρησαν έχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες. Μεγάλο μέρος της πύλης καταστράφηκε κατά τη διάνοιξη της παραλιακής λεωφόρου, αλλά σημαντικά κατάλοιπά της σώζονται κάτω από τον σημερινό δρόμο, κοντά στην παραλία Δερματά και απέναντι από το Μποδοσάκειο Σχολείο.

Περισσότερα...

Δείτε ακόμη:

Download Free Premium Joomla Templates • FREE High-quality Joomla! Designs BIGtheme.net