Ανακαλύψτε την Κρητική

Φύση

Echoes of Blue – φωτογραφικό βιβλίο για τις παραλίες της Κρήτης
Φωτογραφικός οδηγός

Echoes of Blue

Ένα ξεχωριστό ταξίδι στις παραλίες της Κρήτης, μέσα από εικόνες που αποτυπώνουν το φως, τα χρώματα και την ομορφιά του νησιού.

Παραγγελία βιβλίου
Παραγγελία βιβλίου

Μοναδικές Εικόνες

Είναι απίστευτο το πόσο διαφορετικοί κόσμοι
βρίσκονται σε μια μικρή λουρίδα γης

Παραλίες | Φαράγγια | Σπήλαια | Λίμνες | Δραστηριότητες | Χλωρίδα | Πανίδα | Ε4 μονοπάτι | Πεζοπορία

Φύση

Η Κρήτη παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία τοπίων, αποτέλεσμα της γεωλογικής ιστορίας και της μορφολογίας της, του έντονου ανάγλυφου και των διαφορετικών κλιματικών συνθηκών που επικρατούν στο νησί. Ψηλά βουνά, οροπέδια και πεδιάδες, βαθιά φαράγγια και πολυάριθμα σπήλαια εναλλάσσονται με κοιλάδες, ποτάμια, λίμνες και υγροτόπους, αμμοθίνες και βραχώδεις ή αμμώδεις ακτές.

Οι μεγάλες υψομετρικές διαφορές και η ποικιλία των πετρωμάτων έχουν δημιουργήσει πολλά διαφορετικά οικοσυστήματα. Φρυγανότοποι και θαμνώνες, δάση από πεύκα, κυπαρίσσια, πρίνους και δρυς, ορεινά λιβάδια και γυμνές κορυφές της ορεινής ζώνης συνυπάρχουν με καλλιεργημένες εκτάσεις, ελαιώνες και αμπελώνες. Αντίστοιχα πλούσιοι είναι οι παράκτιοι και θαλάσσιοι οικότοποι που περιβάλλουν το νησί.

Η γεωγραφική απομόνωση της Κρήτης ευνόησε την εξέλιξη πολλών ενδημικών φυτών και ζώων, αρκετά από τα οποία απαντώνται μόνο σε περιορισμένες θέσεις του νησιού. Ο δίκταμος, η αμπελιτσιά, το κρητικό αγρίμι και η κρητική μυγαλή αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ οι ορεινοί όγκοι φιλοξενούν σημαντικούς πληθυσμούς σπάνιων αρπακτικών πτηνών, όπως ο γυπαετός.

Μεγάλο μέρος αυτής της φυσικής κληρονομιάς προστατεύεται μέσα από το δίκτυο Natura 2000 και άλλες προστατευόμενες φυσικές περιοχές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Εθνικός Δρυμός και το Απόθεμα Βιόσφαιρας της Σαμαριάς, καθώς και τα Παγκόσμια Γεωπάρκα UNESCO του Ψηλορείτη και της Σητείας. Οι προστατευόμενες περιοχές περιλαμβάνουν ορεινά, παράκτια, υγροτοπικά και θαλάσσια οικοσυστήματα με ιδιαίτερη σημασία για τη βιοποικιλότητα της Κρήτης.

Ποτάμια

Ποτάμια

Το έντονο ανάγλυφο και το μεσογειακό κλίμα της Κρήτης έχουν δημιουργήσει ένα πυκνό δίκτυο από ποτάμια, χειμάρρους και μικρότερα ρέματα. Τα περισσότερα έχουν εποχική ροή, με αυξημένες παροχές κατά τους βροχερούς χειμερινούς μήνες και ελάχιστο ή καθόλου νερό το καλοκαίρι. Τα ασβεστολιθικά και καρστικά πετρώματα επιτρέπουν σε μεγάλο μέρος του νερού να εισχωρεί στο υπέδαφος και να επανεμφανίζεται χαμηλότερα μέσα από πηγές. Τα ποτάμια ξεκινούν κυρίως από τους μεγάλους ορεινούς όγκους, διασχίζουν κοιλάδες και φαράγγια και καταλήγουν στο Βόρειο ή στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Στην πορεία τους σχηματίζουν μικρούς καταρράκτες, λίμνες και υγροτόπους και παρόχθια δάση, ενώ κοντά στις εκβολές τους αναπτύσσονται συχνά σημαντικοί υγρότοποι με καλάμια, αλμυρίκια και υδρόβια βλάστηση. Ανάμεσα στα γνωστότερα ποτάμια της Κρήτης συγκαταλέγονται ο Κυλιάρης, ο Κερίτης και ο Ταυρωνίτης στα Χανιά, ο Μεγάλος και ο Πλατύς στο Ρέθυμνο, καθώς και ο Γεροπόταμος της Μεσαράς, ο Αναποδάρης, ο Αποσελέμης και ο Γιόφυρος στο Ηράκλειο. Ορισμένα τμήματα ποταμών και πηγών διατηρούν νερό σε όλη τη διάρκεια του έτους και αποτελούν πολύτιμα καταφύγια για ψάρια, αμφίβια, ερπετά, ασπόνδυλα και πολλά είδη πτηνών. Παρότι καταλαμβάνουν σχετικά μικρή έκταση, τα ποτάμια και τα υπόλοιπα επιφανειακά νερά έχουν καθοριστική σημασία για τη βιοποικιλότητα, την άρδευση, την ύδρευση και το τοπικό μικροκλίμα. Τα οικοσυστήματα αυτά δέχονται πιέσεις από τις καλλιέργειες, την οικιστική ανάπτυξη, την άντληση νερού και τη ρύπανση, γι’ αυτό η παρακολούθηση και η προστασία τους είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Περισσότερα...

Παραλίες

Παραλίες

Από τις αμμοθίνες του Λαφονησίου και του Ξερόκαμπου έως τα γαλαζοπράσινα νερά του Κεδρόδασους και της Χρυσής, από τις κρυμμένες παραλίες στα άγρια φαράγγια των Σφακίων και των Αστερουσίων έως τις αμμουδιές της Τριόπετρας και του Πλακιά, από τις λιμνοθάλασσες του Μπάλου και της Ελούντας έως τα φοινικοδάση της Πρέβελης και του Βάι, οι ακτές της Κρήτης παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία. Πευκόφυτες παραλίες κοντά στην Ιεράπετρα, απόμεροι βραχώδεις όρμοι και μεγάλες οργανωμένες αμμουδιές συνθέτουν το παράκτιο τοπίο του νησιού.

Περισσότερα...

Φαράγγια

Φαράγγια

Τα εκατοντάδες φαράγγια της Κρήτης αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία του φυσικού της τοπίου. Η δημιουργία τους συνδέεται με τις γεωλογικές ανακατατάξεις και τη σταδιακή ανύψωση των ορεινών όγκων του νησιού. Παράλληλα, το νερό των ποταμών και των χειμάρρων διέβρωνε επί εκατομμύρια χρόνια τα ασβεστολιθικά πετρώματα, σχηματίζοντας βαθιές χαράδρες, στενά περάσματα και απότομα κατακόρυφα τοιχώματα. Το εσωτερικό των φαραγγιών φιλοξενεί ιδιαίτερα οικοσυστήματα. Στις υγρότερες κοίτες αναπτύσσονται πλατάνια, κυπαρίσσια, πικροδάφνες και άλλα είδη βλάστησης, ενώ οι απόκρημνες πλαγιές προσφέρουν καταφύγιο σε αρπακτικά πουλιά και πολλά ακόμη είδη της κρητικής πανίδας. Εκεί όπου η κοίτη συναντά απότομες υψομετρικές διαφορές σχηματίζονται καταρράκτες, οι περισσότεροι από τους οποίους αποκτούν νερό έπειτα από έντονες βροχοπτώσεις ή κατά την άνοιξη. Πολλά φαράγγια είναι κατάλληλα για απλή πεζοπορία, άλλα όμως είναι δύσβατα ή περιλαμβάνουν κατακόρυφες καταβάσεις και απαιτούν τεχνικό εξοπλισμό. Η τεχνική διάσχιση φαραγγιών, γνωστή ως canyoning, περιλαμβάνει χρήση σχοινιών, καταβάσεις με ραπέλ, κολύμβηση και κίνηση μέσα σε νερό. Πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από άτομα με κατάλληλη εκπαίδευση ή με τη συνοδεία έμπειρων και πιστοποιημένων οδηγών. Η δυσκολία και η ασφάλεια κάθε διαδρομής μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή, τον καιρό και την ποσότητα του νερού.

Περισσότερα...

Λίμνες

Λίμνες

Η Κρήτη δεν διαθέτει πολλές μεγάλες φυσικές λίμνες, φιλοξενεί όμως σημαντική ποικιλία υγροτοπικών σχηματισμών, όπως μόνιμες και εποχικές λίμνες, μικρά τέλματα, πηγές, λιμνοδεξαμενές και τεχνητούς ταμιευτήρες. Οι βροχοπτώσεις παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές από περιοχή σε περιοχή και συγκεντρώνονται κυρίως στους χειμερινούς μήνες και στα ορεινά. Εξαιτίας της καρστικής γεωλογίας του νησιού, σημαντικές ποσότητες νερού διεισδύουν στο υπέδαφος και τροφοδοτούν υπόγειους υδροφορείς και πηγές, ενώ μέρος τους καταλήγει στη θάλασσα. Η μεγαλύτερη φυσική λίμνη γλυκού νερού της Κρήτης είναι η λίμνη Κουρνά στον Αποκόρωνα. Μικρότεροι φυσικοί ή εποχικοί λιμναίοι σχηματισμοί υπάρχουν στον Τερσανά, στον Μοχό, στο Θραψανό, στη Ζίρο, στον Ομαλό Βιάννου, στον Αχεντριά και στη λίμνη του Διγενή κοντά στη Γέργερη, και άλλες. Οι περισσότερες εποχικές λίμνες γεμίζουν κατά τους βροχερούς μήνες και συρρικνώνονται ή αποξηραίνονται το καλοκαίρι, δημιουργώντας ιδιαίτερα και ευαίσθητα οικοσυστήματα. Για την ύδρευση, την άρδευση και την αποθήκευση νερού έχουν κατασκευαστεί στην Κρήτη φράγματα και τεχνητοί ταμιευτήρες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η λίμνη της Αγυιάς, η λίμνη Βοτόμου στον Ζαρό και οι ταμιευτήρες των Μπραμιανών, του Αποσελέμη, της Φανερωμένης και των Ποταμών. Παρότι δημιουργήθηκαν από ανθρώπινες παρεμβάσεις, αρκετοί από αυτούς εξελίχθηκαν σε σημαντικούς υγροτόπους, προσφέροντας καταφύγιο σε υδρόβια και μεταναστευτικά πουλιά, αμφίβια και άλλα είδη πανίδας. Η προστασία τόσο των φυσικών λιμνών και των εποχικών τελμάτων όσο και των τεχνητών υγροτόπων είναι σημαντική, καθώς απειλούνται από τη ρύπανση, τις αυθαίρετες επεμβάσεις, την υπεράντληση και τις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας.

Περισσότερα...

Νησίδες

Νησίδες

Η Κρήτη περιβάλλεται από δεκάδες μικρά νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι ακατοίκητες. Άλλες βρίσκονται πολύ κοντά στις ακτές και άλλες αρκετά μακρύτερα, στο Κρητικό και στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Η μεγαλύτερη και μοναδική κατοικημένη είναι η Γαύδος, το νοτιότερο άκρο της Ελλάδας και της Ευρώπης, ενώ δίπλα της βρίσκεται η μικρότερη Γαυδοπούλα. Ανάμεσα στις γνωστότερες νησίδες γύρω από την Κρήτη είναι η Χρυσή ή Γαϊδουρονήσι και το Κουφονήσι στα νότια του Λασιθίου, η Δία απέναντι από το Ηράκλειο, η Θοδωρού και η Γραμβούσα στα Χανιά, η Σπιναλόγκα και η νήσος Ψείρα στον κόλπο του Μεραμπέλλου, τα Παξιμάδια στον κόλπο της Μεσαράς, καθώς και οι Διονυσάδες, η Ελάσα και οι Γκράντες στην ανατολική Κρήτη. Πολλές από αυτές διαθέτουν όμορφες παραλίες, εντυπωσιακά παράκτια τοπία, αρχαιολογικά κατάλοιπα ή ιστορικές οχυρώσεις. Οι μικρές αυτές νησίδες έχουν ιδιαίτερη οικολογική σημασία, καθώς προσφέρουν ασφαλείς τόπους φωλιάσματος και ανάπαυσης σε θαλασσοπούλια και μεταναστευτικά πτηνά. Το Κουφονήσι και οι Διονυσάδες φιλοξενούν σημαντική αποικία μαυροπετρίτη, ενώ η Θοδωρού αποτελεί καταφύγιο για το κρητικό αγρίμι. Πολλές νησίδες και οι θαλάσσιες ζώνες γύρω τους εντάσσονται στο δίκτυο Natura 2000 και προστατεύονται λόγω των σπάνιων οικοτόπων, της χλωρίδας, της ορνιθοπανίδας και των λιβαδιών Ποσειδωνίας που φιλοξενούν. Ορισμένες είναι προσβάσιμες με εκδρομικά σκάφη, ενώ σε άλλες η πρόσβαση απαγορεύεται ή περιορίζεται για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και των αρχαιολογικών χώρων. Για τον λόγο αυτό, πριν από κάθε επίσκεψη χρειάζεται ενημέρωση για τους ισχύοντες κανόνες και σεβασμός στα ευαίσθητα οικοσυστήματα των νησίδων.

Περισσότερα...

Σπήλαια

Σπήλαια

Η έντονη καρστική μορφολογία της Κρήτης συνδέεται με την παρουσία χιλιάδων σπηλαίων, βαράθρων, καταβοθρών και υπόγειων διαδρομών νερού. Τα σπήλαια χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο ήδη από την προϊστορική εποχή, ως χώροι κατοίκησης, ταφής και λατρείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα βραχοχαράγματα στο σπήλαιο Σκορδιλάκια κοντά στο Ασφένδου, η ακριβής χρονολόγηση των οποίων εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Κατά τη μινωική εποχή πολλά σπήλαια αποτέλεσαν σημαντικά ιερά. Στο σπήλαιο της Ειλειθυίας στην Αμνισό και στο σπήλαιο της Ινατίας Ειλειθυίας στον Τσούτσουρα λατρευόταν η Ειλείθυια, θεά του τοκετού και προστάτιδα των γυναικών που κυοφορούσαν. Το Δικταίο Άντρο και το Ιδαίο Άντρο συνδέθηκαν με τον μύθο της γέννησης και της ανατροφής του Δία στην Κρήτη. Αργότερα, η αρχαία λατρευτική παράδοση έδωσε τη θέση της στη χριστιανική άσκηση και πολλά σπήλαια μετατράπηκαν σε ναούς, ερημητήρια και μοναστικές κοινότητες. Με τέτοιους χώρους συνδέονται, μεταξύ άλλων, ο Απόστολος Παύλος, ο Άγιος Γεράσιμος και ο Άγιος Ιωάννης ο Ξένος. Τα σπήλαια της Κρήτης συνδέονται επίσης με δραματικές στιγμές της ιστορίας του νησιού. Στα σπήλαια του Μελιδονίου, της Μιλάτου και της Κρυονερίδας, καθώς και στο σπήλαιο Τηγάνι της Γραμβούσας, άμαχοι που είχαν καταφύγει στο εσωτερικό τους θανατώθηκαν κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και των κρητικών επαναστάσεων. Σήμερα στην Κρήτη έχουν καταγραφεί περίπου 5.200 σπήλαια και βάραθρα, αριθμός που συνεχίζει να αυξάνεται καθώς οι έρευνες προχωρούν. Ιδιαίτερα σημαντικές σπηλαιολογικές περιοχές είναι τα Λευκά Όρη, το Γεωπάρκο του Ψηλορείτη, το όρος Στρούμπουλας και το Γεωπάρκο της Σητείας. Στα Λευκά Όρη βρίσκονται ο Γουργούθακας και το Λιοντάρι, τα δύο βαθύτερα εξερευνημένα σπήλαια της Ελλάδας, με βάθος που ξεπερνά τα 1.100 μέτρα. Η εξερεύνησή τους απαιτεί ειδικό εξοπλισμό, εκπαίδευση και συμμετοχή οργανωμένων σπηλαιολογικών ομάδων. Ορισμένα σπήλαια είναι οργανωμένα και επισκέψιμα από το ευρύ κοινό, όπως το Δικταίο Άντρο στο Ψυχρό, ο Γεροντόσπηλιος στο Μελιδόνι και το σπήλαιο Σφενδόνη στα Ζωνιανά. Πέρα από τη γεωλογική, αρχαιολογική και ιστορική τους αξία, τα σπήλαια αποτελούν ευαίσθητα οικοσυστήματα, καθώς φιλοξενούν νυχτερίδες, ασπόνδυλα και άλλα είδη που έχουν προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες του υπόγειου περιβάλλοντος. Για τον λόγο αυτό η επίσκεψη σε μη οργανωμένα σπήλαια πρέπει να γίνεται με σεβασμό στο σπηλαιοπεριβάλλον και μόνο από κατάλληλα προετοιμασμένους επισκέπτες.

Περισσότερα...

Οροπέδια και Πεδιάδες

Οροπέδια και Πεδιάδες

Το έντονο ορεινό και καρστικό ανάγλυφο της Κρήτης έχει δημιουργήσει ανάμεσα στους ορεινούς όγκους πολυάριθμα μεγάλα και μικρότερα οροπέδια. Πολλά από αυτά αποτελούν κλειστές λεκάνες, στις οποίες συγκεντρώνεται το νερό από τα γύρω βουνά και αποστραγγίζεται μέσα από καταβόθρες και υπόγειες διαδρομές. Οι προσχώσεις που συγκεντρώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου δημιούργησαν εύφορα εδάφη, γι’ αυτό τα οροπέδια χρησιμοποιήθηκαν επί αιώνες για καλλιέργεια, κτηνοτροφία και εποχική κατοίκηση. Το μεγαλύτερο οροπέδιο της Κρήτης είναι το Οροπέδιο Λασιθίου, σε μέσο υψόμετρο περίπου 850 μέτρων, περιτριγυρισμένο από τις κορυφές της Δίκτης. Η εύφορη έκτασή του καλλιεργείται συστηματικά, ενώ οι χαρακτηριστικοί ανεμόμυλοι και οι παλιοί πέτρινοι αλευρόμυλοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εικόνας και της ιστορίας του. Στην ίδια οροσειρά σχηματίζονται επίσης τα οροπέδια Καθαρό, Λιμνάκαρο, Νήσιμος, Λάπαθος, Έργανος και Ομαλός της Βιάννου. Στον Ψηλορείτη ξεχωρίζει το οροπέδιο της Νίδας, σε υψόμετρο περίπου 1.400 μέτρων. Η περιοχή συνδέεται στενά με την κτηνοτροφική παράδοση, τα πέτρινα μιτάτα και το Ιδαίο Άντρο, ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά σπήλαια της αρχαίας Κρήτης. Στα Λευκά Όρη βρίσκονται το οροπέδιο του Ομαλού, από την άκρη του οποίου στο Ξυλόσκαλο ξεκινά η κατάβαση στο φαράγγι της Σαμαριάς, καθώς και τα οροπέδια Ασκύφου, Ταύρης, Νιάτου και τα μικρότερα οροπέδια της Ανώπολης. Ανάμεσα στα βουνά και κοντά στις ακτές σχηματίζονται επίσης εύφορες πεδιάδες. Η μεγαλύτερη είναι η πεδιάδα της Μεσαράς, η οποία απλώνεται στη νότια Κρήτη ανάμεσα στον Ψηλορείτη και τα Αστερούσια Όρη. Διασχίζεται από τον Γεροπόταμο και αποτέλεσε από την αρχαιότητα έναν από τους σημαντικότερους γεωργικούς χώρους του νησιού, όπως μαρτυρούν οι μεγάλες μινωικές και αρχαίες πόλεις της Φαιστού και της Γόρτυνας. Σημαντικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις σχηματίζονται επίσης στην Ιεράπετρα, στην περιοχή του Καστελλίου Πεδιάδος και στις παράκτιες ζώνες των Χανίων και του Ρεθύμνου. Τα οροπέδια και οι πεδιάδες της Κρήτης δεν αποτελούν μόνο γεωμορφολογικά στοιχεία του νησιού. Συνδέονται άμεσα με την αγροτική παραγωγή, την κτηνοτροφία, την τοπική αρχιτεκτονική και τις παραδοσιακές μορφές διαχείρισης του νερού, διαμορφώνοντας ιδιαίτερα τοπία με σημαντική φυσική και πολιτιστική αξία.

Περισσότερα...

Δάση

Δάση

Το δασικό τοπίο της Κρήτης διαφέρει αισθητά από εκείνο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Πυκνά και εκτεταμένα δάση με σαφή όρια είναι σχετικά σπάνια, καθώς η βλάστηση σχηματίζει συνήθως ένα συνεχές μωσαϊκό από φρύγανα, μακία βλάστηση, αραιές δενδρώδεις συστάδες και μικρότερα συμπαγή δάση. Για τον λόγο αυτό, τα όρια ανάμεσα στο δάσος, στους θαμνώνες και στις ανοικτές εκτάσεις δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα, ενώ ακόμη και η συνολική έκταση των κρητικών δασών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ορισμό που χρησιμοποιείται. Τα φρύγανα κυριαρχούν στα ξηρότερα και περισσότερο υποβαθμισμένα εδάφη, από τις ακτές έως την ορεινή ζώνη. Σε βαθύτερα εδάφη που συγκρατούν περισσότερη υγρασία αναπτύσσεται η πυκνότερη μακία βλάστηση. Ανάμεσα σε αυτούς τους σχηματισμούς φυτρώνουν χαρουπιές, αγριελιές, πρίνοι, σκίνα, κουμαριές, ρείκια, βελανιδιές, κυπαρίσσια, σφενδάμια, αζίλακες και δάφνες, ενώ στις νοτιότερες περιοχές σημαντική είναι και η παρουσία της τραχείας πεύκης. Μόνο σε ορισμένες θέσεις οι συστάδες γίνονται τόσο πυκνές, ώστε τα φυλλώματα των δέντρων να σχηματίζουν κλειστή κόμη και την εικόνα ενός πραγματικά σκιερού δάσους. Σε αντίθεση με πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, στην Κρήτη δεν διακρίνονται καθαρά διαδοχικές ζώνες με αείφυλλα πλατύφυλλα χαμηλά, φυλλοβόλες βελανιδιές ψηλότερα και ορεινά κωνοφόρα κοντά στις κορυφές. Η ιδιόμορφη αυτή εικόνα δεν αποτελεί μόνο αποτέλεσμα των ανθρώπινων επεμβάσεων. Συνδέεται και με τη γεωλογική ιστορία του νησιού, καθώς η Κρήτη απομονώθηκε πριν φτάσουν στη Μεσόγειο ορισμένα ψυχρόφιλα δέντρα, όπως τα έλατα και τα μαύρα πεύκα. Παράλληλα, τα κρητικά βουνά απέκτησαν σταδιακά το σημερινό τους ύψος, επιτρέποντας σε είδη χαμηλότερων υψομέτρων να προσαρμοστούν με τον χρόνο στις συνθήκες της ορεινής ζώνης. Τα τρία χαρακτηριστικότερα δέντρα των ορεινών δασών της Κρήτης είναι ο πρίνος, το κυπαρίσσι και το κρητικό σφενδάμι. Ο πρίνος εμφανίζεται από χαμηλά υψόμετρα έως το ανώτερο όριο του δάσους και αντέχει ιδιαίτερα στη βόσκηση. Ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να παραμένει χαμηλός και θαμνώδης ή να εξελίσσεται σε μεγάλο δέντρο. Το εκτενέστερο και γνωστότερο πρινοδάσος του νησιού βρίσκεται στον Ρούβα, στον Ψηλορείτη, όπου οι πρίνοι συνυπάρχουν με σφενδάμια, κυπαρίσσια, αριές και άλλα είδη. Το πλαγιόκλαδο κυπαρίσσι σχηματίζει εντυπωσιακές συστάδες στα κρητικά βουνά, με το μεγαλύτερο κυπαρισσόδασος να βρίσκεται στα Λευκά Όρη. Στις ανεμοδαρμένες πλαγιές τα δέντρα αποκτούν συχνά παράξενα, χαμηλά ή στρεβλά σχήματα, ενώ στους χαμηλούς λόφους του Αποκόρωνα τα κυπαρίσσια κατεβαίνουν σχεδόν έως τα πεδινά και σχηματίζουν πυκνά δάση μαζί με αείφυλλες δάφνες. Σημαντικά κυπαρισσοδάση διατηρούνται επίσης στον Εθνικό Δρυμό των Λευκών Ορέων, στην ορεινή Κυδωνία και στην περιοχή της Κριτσάς και του Κρούστα. Το κρητικό σφενδάμι συναντάται επίσης στην ορεινή ζώνη, αλλά και σε χαμηλότερα φαράγγια, γεγονός που δείχνει ότι η εξάπλωση των κρητικών δέντρων δεν ακολουθεί αυστηρά και προβλέψιμα υψομετρικά όρια. Τα πευκοδάση τραχείας πεύκης αναπτύσσονται συνήθως από το επίπεδο της θάλασσας έως την ημιορεινή ζώνη. Σε ορισμένες θέσεις ανεβαίνουν ψηλότερα, όπως στις νότιες πλαγιές των Λευκών Ορέων, στη Δίκτη πάνω από το Σελάκανο και στα βουνά της Σητείας πάνω από τη Θρυπτή. Η τραχεία πεύκη είναι είδος που εποικίζει εύκολα λιθώνες, αμμώδη εδάφη και εγκαταλειμμένες καλλιέργειες, γι’ αυτό αρκετά πευκοδάση αποτελούν δευτερογενή βλάστηση που αναπτύχθηκε έπειτα από παλαιότερες διαταραχές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυναμικής της είναι η επέκτασή της στη Γαύδο, όπου κατέλαβε παλιά χωράφια και εξαπλώθηκε προς τις ακτές. Σημαντικά πευκοδάση και μικτά δάση διατηρούνται στην Κάτω Σύμη, στα Βορίζια, στον Κουδουμά, στην Πρίνα και στις νότιες πλαγιές των Αστερουσίων Ορέων. Τα δάση αυτά φιλοξενούν πολλά ενδημικά και προστατευόμενα είδη, όπως την αμπελιτσιά και το κρητικό κεφαλάνθηρο, ενώ αποτελούν καταφύγιο για μεγάλο αριθμό ζώων και πτηνών. Ιδιαίτερη μορφή έχουν επίσης τα δάση που σχηματίζονται από λιγότερο συνηθισμένα είδη. Κοντά στα Μάλια βρίσκεται το Αζιλακόδασος, μία από τις σημαντικότερες συγκεντρώσεις αριάς στην Ελλάδα, ενώ στις Τρεις Εκκλησιές διατηρείται ένα σπάνιο αυτοφυές χαρουπόδασος. Τα φοινικοδάση στο Βάι και στην Πρέβελη σχηματίζονται κυρίως από τον ενδημικό κρητικό φοίνικα, ενώ μικρότερες συστάδες του είδους υπάρχουν και σε άλλες παράκτιες περιοχές. Η σημερινή μορφή των κρητικών δασών αποτελεί αποτέλεσμα της μακράς αλληλεπίδρασης του κλίματος, του εδάφους, της γεωλογικής ιστορίας, του ανταγωνισμού μεταξύ των φυτών και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η βόσκηση, οι πυρκαγιές, η υλοτομία, οι καλλιέργειες και η εγκατάλειψη παλιών αγρών μπορούν άλλοτε να περιορίζουν το δάσος και άλλοτε να ευνοούν την εξάπλωση συγκεκριμένων ειδών. Παρά τη συχνά ανοικτή και ακανόνιστη μορφή τους, τα δάση της Κρήτης προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση, συγκρατούν το νερό, φιλοξενούν πολλά ενδημικά είδη και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου του νησιού.

Περισσότερα...

Βουνά

Βουνά

Η Κρήτη είναι ένα κατεξοχήν ορεινό νησί, καθώς μεγάλο μέρος της επιφάνειάς της καλύπτεται από ψηλά βουνά, απότομες πλαγιές, οροπέδια και βαθιά φαράγγια. Οι τρεις μεγαλύτεροι ορεινοί όγκοι είναι η οροσειρά της Δίκτης στο Λασίθι, ο Ψηλορείτης στην κεντρική Κρήτη και τα Λευκά Όρη στα Χανιά. Ανάμεσά τους απλώνονται μικρότερες οροσειρές και απομονωμένοι ορεινοί όγκοι, που διαμορφώνουν ένα από τα πιο σύνθετα και εντυπωσιακά ανάγλυφα της Μεσογείου. Ψηλότερο σημείο της Κρήτης είναι ο Τίμιος Σταυρός στον Ψηλορείτη, σε υψόμετρο 2456μ. Ακολουθούν οι Πάχνες των Λευκών Ορέων, με υψόμετρο 2453μ., ενώ ψηλότερη κορυφή της Δίκτης είναι το Σπαθί στα 2148μ. Στην καρδιά των Λευκών Ορέων εκτείνεται η εντυπωσιακή Ορεινή Έρημος, ένα απόκοσμο καρστικό τοπίο με δεκάδες γυμνές κορυφές, δολίνες και πετρώδη υψίπεδα. Η γεωλογική ιστορία των κρητικών βουνών αποτυπώνεται στα ασβεστολιθικά πετρώματα, στα σπήλαια, στα βάραθρα και στα πολυάριθμα φαράγγια. Το νερό διαβρώνει επί εκατομμύρια χρόνια τα πετρώματα και χάνεται στο υπέδαφος, δημιουργώντας εκτεταμένα υπόγεια συστήματα. Ανάμεσα στις κορυφές σχηματίζονται εύφορες ορεινές λεκάνες, με γνωστότερη το Οροπέδιο Λασιθίου, αλλά και τα οροπέδια του Ομαλού, της Νίδας, του Ασκύφου, του Καλλικράτη και πολλά μικρότερα. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα Αστερούσια Όρη, η νοτιότερη οροσειρά της Ελλάδας, που υψώνεται ανάμεσα στην πεδιάδα της Μεσαράς και το Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Ψηλότερη κορυφή τους είναι ο Κόφινας, στα 1231μ., ένα βουνό με μεγάλη λατρευτική σημασία ήδη από τη μινωική εποχή. Η ανάβαση στην κορυφή του Κόφινα ακολουθεί ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά απότομο μονοπάτι και προσφέρει ανεμπόδιστη θέα προς τη Μεσαρά, τα Αστερούσια και τη νότια ακτογραμμή. Μικρότεροι αλλά εξίσου χαρακτηριστικοί ορεινοί όγκοι είναι ο Γιούχτας, το ιερό βουνό των Μινωιτών, το Κέντρος στο Ρέθυμνο, το Όρος Ορνό στη Σητεία, η πευκόφυτη Θρυπτή στην Ιεράπετρα και τα απότομα Ταλαία Όρη στο Ρέθυμνο. Τα βουνά υπήρξαν για αιώνες αναπόσπαστο μέρος της ζωής των Κρητικών. Στα οροπέδια και στις πλαγιές αναπτύχθηκε η κτηνοτροφία, δημιουργήθηκαν πέτρινα μητάτα και διαμορφώθηκε ένα πυκνό δίκτυο μονοπατιών που συνέδεε χωριά, βοσκοτόπια, πηγές, ξωκλήσια και απομονωμένες ακτές. Πολλά από αυτά τα παλιά περάσματα διατηρούνται και αποτελούν σήμερα μερικές από τις ομορφότερες πεζοπορικές διαδρομές της Κρήτης. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές ορεινές πορείες είναι το μονοπάτι για τις Πάχνες από τα Αμμουτσερά, το οποίο διασχίζει το γυμνό τοπίο της Ορεινής Ερήμου των Σφακίων και οδηγεί στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή της Κρήτης. Οι ορεινές διαδρομές του νησιού χρειάζονται σωστή προετοιμασία, καθώς οι απότομες μεταβολές του καιρού, η απουσία σκιάς και νερού, το χιόνι και η δυσκολία προσανατολισμού μπορούν να κάνουν ακόμη και μια φαινομενικά σύντομη πορεία απαιτητική. Πέρα από τη γεωλογική και πολιτιστική τους αξία, τα κρητικά βουνά αποτελούν πολύτιμα καταφύγια βιοποικιλότητας. Στις απόκρημνες πλαγιές και στα φαράγγια επιβιώνουν σπάνια και ενδημικά φυτά, αρπακτικά πτηνά και χαρακτηριστικά είδη της κρητικής πανίδας. Από τις γυμνές κορυφές και τα χιονισμένα οροπέδια ως τα δάση, τα φαράγγια και τις νότιες ακτές, τα βουνά καθορίζουν το φυσικό τοπίο, την ιστορία και την ταυτότητα της Κρήτης.

Περισσότερα...

Πανίδα

Πανίδα

Η γεωγραφική απομόνωση της Κρήτης από τις ηπειρωτικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής έχει διαμορφώσει μια πανίδα με ιδιαίτερο νησιωτικό χαρακτήρα. Τα ψηλά βουνά, τα βαθιά φαράγγια, τα δάση, οι φρυγανικές εκτάσεις, οι υγρότοποι, τα σπήλαια και οι απόκρημνες ακτές δημιουργούν πολλούς διαφορετικούς βιότοπους, στους οποίους επιβιώνουν χαρακτηριστικά, σπάνια και ενδημικά είδη. Ιδιαίτερα πλούσια είναι η πανίδα των ασπονδύλων, πολλά είδη της οποίας έχουν εξελιχθεί απομονωμένα και απαντούν μόνο στην Κρήτη ή ακόμη και σε μια πολύ περιορισμένη περιοχή του νησιού. Η σημερινή χερσαία πανίδα δεν αποτελεί, ωστόσο, άμεση συνέχεια της προϊστορικής πανίδας του νησιού. Οι νάνοι ελέφαντες, οι νάνοι ιπποπόταμοι και τα ελάφια του Πλειστόκαινου εξαφανίστηκαν, ενώ τα περισσότερα από τα σημερινά χερσαία θηλαστικά έφτασαν στην Κρήτη κατά το Ολόκαινο, αρκετά από αυτά μαζί με τον άνθρωπο, σκόπιμα ή τυχαία. Χαρακτηριστική εξαίρεση είναι η ενδημική κρητική μυγαλή, η οποία θεωρείται κατάλοιπο της παλαιότερης πανίδας του νησιού. Ανάμεσα στα πιο αναγνωρίσιμα ζώα του νησιού βρίσκεται το κρητικό αγρίμι, που αποτελεί σύμβολο των Λευκών Ορέων και της κρητικής άγριας φύσης. Ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης ο μυστηριώδης κρητικός αγριόγατος ή φουρόγατος, οι νυχτερίδες της Κρήτης και ο μεγάλος αριθμός ενδημικών ασπονδύλων που ζουν στα βουνά, στα φαράγγια και στα σπήλαια του νησιού. Από τα βουνά ως το Νότιο Κρητικό Πέλαγος Τα χερσαία θηλαστικά της Κρήτης περιλαμβάνουν, εκτός από το αγρίμι, τον άρκαλο, τη ζουρίδα, τη νυφίτσα, τον λαγό, τον σκαντζόχοιρο, μικρά τρωκτικά και πολλά είδη νυχτερίδων. Στις θάλασσες γύρω από το νησί ζουν ή περνούν σημαντικά θαλάσσια θηλαστικά, όπως η μεσογειακή φώκια, ο φυσητήρας και διάφορα είδη δελφινιών και φαλαινών. Τα ερπετά και τα αμφίβια συμπληρώνουν την εικόνα της χερσαίας πανίδας. Στο νησί απαντούν σαύρες, γκέκο, φίδια που δεν θεωρούνται επικίνδυνα για τον άνθρωπο, χερσαίες και θαλάσσιες χελώνες, βάτραχοι και φρύνοι. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν είδη με περιορισμένη εξάπλωση, όπως η κρητική σαύρα και ο κρητικός βάτραχος. Στα νερά της Κρήτης ζει επίσης μεγάλος αριθμός από ψάρια, από μικρά παράκτια είδη έως μεγάλους πελαγικούς οργανισμούς. Η ορνιθοπανίδα της Κρήτης Η γεωγραφική θέση της Κρήτης πάνω σε σημαντικούς μεταναστευτικούς διαδρόμους ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική την καθιστά ιδιαίτερα σημαντική για τα πτηνά. Η ορνιθοπανίδα της Κρήτης περιλαμβάνει αρπακτικά, θαλασσοπούλια, υδρόβια και μεταναστευτικά είδη, καθώς και πουλιά που φωλιάζουν μόνιμα στο νησί. Οι ορεινοί όγκοι και τα φαράγγια της Κρήτης φιλοξενούν έναν από τους σημαντικότερους νησιωτικούς πληθυσμούς όρνιου ή γύπα στον κόσμο. Ιδιαίτερη αξία έχει και ο γυπαετός, καθώς η Κρήτη διατηρεί τον μοναδικό αναπαραγόμενο πληθυσμό του είδους στην Ελλάδα και έναν από τους τελευταίους στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Μύθοι και προστασία Η απουσία μεγάλων και ιδιαίτερα επικίνδυνων άγριων ζώων εντυπωσίαζε τους κατοίκους του νησιού ήδη από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Ηρακλής καθάρισε την Κρήτη από τα επικίνδυνα ζώα για να τιμήσει τη γενέτειρα του Δία, ενώ μια μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση απέδιδε το ίδιο γεγονός στην ευλογία του Αποστόλου Παύλου. Οι αφηγήσεις αυτές αποτελούν μέρος της μυθολογίας και της λαϊκής παράδοσης του νησιού. Παρά τον μεγάλο φυσικό πλούτο, πολλά είδη απειλούνται από την καταστροφή και τον κατακερματισμό των βιοτόπων, τις πυρκαγιές, τις δηλητηριασμένες φόλες, την παράνομη θανάτωση, την όχληση σε τόπους αναπαραγωγής, τη ρύπανση και την κλιματική αλλαγή. Η προστασία των ορεινών οικοσυστημάτων, των υγροτόπων, των σπηλαίων και των ακτών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της μοναδικής πανίδας της Κρήτης.

Περισσότερα...

Χλωρίδα

Χλωρίδα

Η χλωρίδα της Κρήτης χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία, που συνδέεται με τη γεωγραφική απομόνωση, το έντονο ανάγλυφο και τις διαφορετικές κλιματικές συνθήκες του νησιού. Από τις αμμώδεις ακτές και τους ξηρούς θαμνότοπους έως τα φαράγγια, τα δάση και τις ψηλές κορυφές, οι εναλλαγές του τοπίου δημιουργούν ενδιαιτήματα για περίπου 1.800 είδη και υποείδη φυτών. Η σημερινή χλωρίδα αποτυπώνει και τη μακρά γεωλογική ιστορία της Κρήτης. Το νησί λειτούργησε ως καταφύγιο για φυτά που διατηρήθηκαν από παλαιότερες εποχές, ενώ η απομόνωσή του ευνόησε την εξέλιξη νέων ειδών. Ο φυτικός αυτός πλούτος δεν περιορίζεται στα δάση και στις καταπράσινες περιοχές: οι φρυγανότοποι, οι βραχώδεις πλαγιές και οι σχισμές των γκρεμών φιλοξενούν επίσης σημαντική ποικιλία φυτών. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα ενδημικά φυτά, δηλαδή όσα συναντώνται αποκλειστικά στην Κρήτη. Στα Λευκά Όρη και σε άλλες ορεινές περιοχές, αλλά και σε μικρές νησίδες, απαντούν φυτά με πολύ περιορισμένη εξάπλωση. Ορισμένα είναι στενοενδημικά και περιορίζονται σε έναν ορεινό όγκο, μια μικρή περιοχή ή λίγες θέσεις. Οι ορχιδέες, οι άγριες τουλίπες και πολλά άλλα αγριολούλουδα δίνουν χρώμα στο κρητικό τοπίο. Ξεχωρίζει η κόκκινη κρητική τουλίπα (Tulipa doerfleri), με χαρακτηριστικούς πληθυσμούς στον Γιους Κάμπο του Ρεθύμνου. Διαφορετικά είδη τουλίπας συναντώνται επίσης στα Λευκά Όρη, στη Δίκτη και στη χερσόνησο της Γραμβούσας. Η Κρήτη είναι επίσης γνωστή για τα αρωματικά φυτά και τα βότανά της, όπως το δίκταμο, η μαλοτήρα, η ρίγανη και το θυμάρι. Πολλά συνδέονται με την τοπική διατροφή και τις παραδοσιακές χρήσεις των φυτών, ενώ ορισμένα, όπως το δίκταμο, είναι ενδημικά του νησιού. Η άνοιξη προσφέρει πολλές ευκαιρίες γνωριμίας με τη χλωρίδα, όμως η ανθοφορία συνεχίζεται σε διαφορετικές εποχές και υψόμετρα. Η προστασία των φυσικών ενδιαιτημάτων και η αποφυγή συλλογής σπάνιων φυτών συμβάλλουν στη διατήρηση αυτού του πλούτου.

Περισσότερα...

Γεωλογικοί Σχηματισμοί

Γεωλογικοί Σχηματισμοί

Οι γεωλογικοί σχηματισμοί της Κρήτης αποτυπώνουν τη μακρά ιστορία ενός τοπίου που συνεχίζει να μεταβάλλεται. Οι τεκτονικές κινήσεις ανυψώνουν ή βυθίζουν τμήματα του νησιού, ενώ το νερό, ο άνεμος και η θάλασσα διαβρώνουν τα πετρώματα και δημιουργούν νέες μορφές. Ιδιαίτερα διαδεδομένες είναι οι καρστικές μορφές, που συνδέονται με τη διαλυτική δράση του νερού στα ασβεστολιθικά πετρώματα. Το νερό εισχωρεί στις ρωγμές, τις διευρύνει και δημιουργεί υπόγειες κοιλότητες και περάσματα. Σπήλαια, βάραθρα, καταβόθρες και αυλακώσεις στην επιφάνεια των βράχων αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις αυτής της διεργασίας. Η ίδια δράση, σε συνδυασμό με την τεκτονική δομή, συμβάλλει στη διαμόρφωση κλειστών λεκανών και οροπεδίων. Οι μικρές κοιλότητες που στην Κρήτη ονομάζονται συχνά «λάκκοι» συγκεντρώνουν χώμα και υγρασία, δημιουργώντας διαφορετικές συνθήκες από τον γύρω πετρώδη χώρο. Οι καταβόθρες, γνωστές και ως «χώνοι», διοχετεύουν τα επιφανειακά νερά στο υπόγειο δίκτυο. Σε άλλα σημεία, η διαφορετική αντοχή των πετρωμάτων στην αποσάθρωση και τη διάβρωση δημιουργεί φυσικά γλυπτά, βραχώδεις πύργους και κοιλότητες. Στις ακτές, παλιές θαλάσσιες εγκοπές και σπηλιές που βρίσκονται σήμερα πάνω από το νερό μαρτυρούν μεταβολές της σχετικής στάθμης της θάλασσας και ανυψώσεις της ξηράς. Οι σχηματισμοί αυτοί αποτελούν μέρος της γεωλογικής κληρονομιάς της Κρήτης και βοηθούν να κατανοήσουμε τη δημιουργία του σημερινού τοπίου. Η παρατήρηση και η φωτογράφισή τους, χωρίς χαράξεις, αποσπάσεις υλικού ή άλλες φθορές, επιτρέπουν να τους γνωρίσουμε διατηρώντας τους αναλλοίωτους.

Περισσότερα...

Καταρράκτες

Καταρράκτες

Το έντονο ανάγλυφο της Κρήτης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τον σχηματισμό πολλών μικρών και μεγάλων καταρρακτών. Ποτάμια και χείμαρροι διασχίζουν φαράγγια και απότομες πλαγιές, σχηματίζοντας υδάτινες πτώσεις σε βραχώδη σκαλοπάτια και κατακόρυφα τοιχώματα. Πολλοί καταρράκτες είναι εποχικοί και εμφανίζονται κυρίως μετά τις χειμερινές βροχές και κατά την άνοιξη, ενώ η παροχή τους μεταβάλλεται σημαντικά από χρονιά σε χρονιά. Ανάμεσα στους γνωστότερους προορισμούς είναι οι καταρράκτες του Κουρταλιώτη στο Ρέθυμνο, του Ρίχτη κοντά στη Σητεία και του Μυλωνά κοντά στην Ιεράπετρα. Η παρουσία νερού δεν είναι ίδια σε όλες τις θέσεις και εποχές, γι’ αυτό η εικόνα τους μπορεί να διαφέρει αισθητά ανάλογα με τις βροχοπτώσεις και την τροφοδοσία από πηγές. Στα Αστερούσια, οι απότομες πλαγιές φιλοξενούν εντυπωσιακούς εποχικούς καταρράκτες, όπως ο Λιχνιστής στο Μαριδάκι και ο Αμπάς κοντά στους Παρανύμφους. Στον Κέδρο ξεχωρίζουν οι καταρράκτες της Σεληνάρας, ο καταρράκτης της Γρε Δάφνης και η Ρεχτάρα του Διγενή. Πολλοί άλλοι καταρράκτες βρίσκονται μέσα σε τεχνικά φαράγγια, όπως ο Χα, του Τσούτσουρα, του Καλαμίου και της Άρβης. Η πλήρης διάσχιση τέτοιων διαδρομών απαιτεί εξοπλισμό, εκπαίδευση και εμπειρία στο canyoning. Αντίθετα, ορισμένοι καταρράκτες προσεγγίζονται από πεζοπορικά μονοπάτια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δυνατή και η συνέχεια μέσα στο φαράγγι. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί ο Μάστορας, που καταλήγει μέσα στο φαράγγι του Χα με κατακόρυφη πτώση περίπου 215 μέτρων. Πρόκειται για έναν από τους εντυπωσιακότερους μεγάλους καταρράκτες της Κρήτης, σε θέση που συνδέεται με απαιτητικές τεχνικές διαδρομές. Η επιλογή της εποχής και της διαδρομής χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τις καιρικές συνθήκες, την παροχή του νερού και τη δυσκολία πρόσβασης. Οι βροχοπτώσεις μπορεί να ενισχύουν το θέαμα, αλλά αυξάνουν και τον κίνδυνο αιφνίδιας πλημμύρας μέσα στα φαράγγια.

Περισσότερα...

Φυσικά Πάρκα και Γεωπάρκα της Κρήτης

Φυσικά Πάρκα και Γεωπάρκα της Κρήτης

Τα φυσικά πάρκα, τα γεωπάρκα και τα αποθέματα βιόσφαιρας της Κρήτης αναδεικνύουν τη γεωλογική ιστορία, τη βιοποικιλότητα και την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού. Φαράγγια, σπήλαια, οροπέδια και ορεινά τοπία συνδέονται με οικισμούς, αρχαιολογικούς χώρους και παραδοσιακές δραστηριότητες, αποκαλύπτοντας τη διαχρονική σχέση των ανθρώπων με το φυσικό περιβάλλον. Στην κεντρική και την ανατολική Κρήτη βρίσκονται τα Παγκόσμια Γεωπάρκα UNESCO του Ψηλορείτη και της Σητείας. Οι περιοχές αυτές συνδυάζουν γεωλογικούς σχηματισμούς ιδιαίτερης αξίας με φυσικά και πολιτιστικά αξιοθέατα. Διαδρομές, μονοπάτια και χώροι ενημέρωσης βοηθούν τον επισκέπτη να γνωρίσει τα πετρώματα, τα τοπία και την ιστορία τους. Στη δυτική Κρήτη, ο Εθνικός Δρυμός Σαμαριάς προστατεύει ένα χαρακτηριστικό τμήμα των Λευκών Ορέων, με επίκεντρο το φαράγγι της Σαμαριάς. Η περιοχή αποτελεί επίσης Απόθεμα Βιόσφαιρας της UNESCO και ξεχωρίζει για το έντονο ανάγλυφο, τα δάση και τα σπάνια και ενδημικά είδη της. Στο ίδιο παγκόσμιο δίκτυο εντάσσονται και τα Αστερούσια, όπου η προστασία της φύσης συνδέεται με την τοπική ζωή, την κτηνοτροφία και την πολιτιστική παράδοση. Κοντά στις Αρχάνες, το Οικολογικό και Αρχαιολογικό Πάρκο Γιούχτα συνδέει τον ορεινό όγκο του Γιούχτα με τα φαράγγια Κνωσανό, Κουναβιανό και Αστρακιανό. Η περιοχή συνδυάζει σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους με βιότοπους άγριας ζωής, μέσα σε ένα τοπίο που περιβάλλεται από αμπελώνες και ελαιώνες. Οι περιοχές αυτές προσφέρουν ευκαιρίες για πεζοπορία, παρατήρηση της φύσης και γνωριμία με την τοπική ζωή. Η προστασία τους αφορά τόσο τα φυσικά τοπία όσο και τις γνώσεις, τις παραδόσεις και τις δραστηριότητες που διαμορφώθηκαν μέσα σε αυτά. {loadposition unescosites}

Περισσότερα...

Download Free Premium Joomla Templates • FREE High-quality Joomla! Designs BIGtheme.net