Εξερευνώντας την Κρήτη

Πόλεις

Πόλεις

Το Ηράκλειο αποτελεί το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Κρήτης, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας Κρήτης και το οικονομικό κέντρο του νησιού. Τα Χανιά είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης και είναι γνωστά για τη γραφική Παλιά Πόλη και το Ενετικό λιμάνι τους. Το Ρέθυμνο είναι κτισμένο ανάμεσα στις δύο άλλες μεγάλες πόλεις της Κρήτης. Η πόλη διατηρεί ακόμα την παλιά αριστοκρατική της εμφάνιση, με τα κτίριά της που χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα με αψιδωτές πόρτες, κρήνες κλπ. Ο Άγιος Νικόλαος είναι η πρωτεύουσα της περιφερειακής ενότητας Λασιθίου και είναι κτισμένος γύρω από μια γραφική λίμνη στον κόλπο του Μιραμπέλου, το μεγαλύτερο στην Κρήτη.

Ηράκλειο

Ηράκλειο

Το Ηράκλειο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης και το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού. Στην ευρύτερη αστική περιοχή κατοικούν περίπου 200.000 άνθρωποι, ενώ ο Δήμος Ηρακλείου κατέγραψε 179.302 μόνιμους κατοίκους στην απογραφή του 2021. Στην πόλη στεγάζονται σημαντικές δημόσιες υπηρεσίες, πανεπιστημιακές σχολές και μεγάλοι επιστημονικοί και ερευνητικοί οργανισμοί. Εδώ βρίσκονται επίσης το σημαντικότερο αεροδρόμιο της Κρήτης και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του νησιού. Στις αρχές του 20ού αιώνα το Ηράκλειο διατηρούσε ακόμη σε μεγάλο βαθμό την εικόνα μιας ιστορικής μεσογειακής πόλης, με αξιόλογα ενετικά, οθωμανικά και νεοκλασικά κτίρια. Τις επόμενες δεκαετίες, όμως, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού και η σε μεγάλο βαθμό άναρχη αστική ανάπτυξη άλλαξαν ριζικά τον χαρακτήρα του. Η εγκατάσταση των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 δημιούργησε επιτακτική ανάγκη για νέες κατοικίες, ενώ κυρίως κατά τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση κατεδαφίστηκαν πολλά παλιά κτίρια και αντικαταστάθηκαν από πολυκατοικίες. Παρά τις απώλειες αυτές, το Ηράκλειο διατηρεί ακόμη σημαντικά μνημεία και γειτονιές που αποκαλύπτουν διαφορετικές πτυχές της μακραίωνης ιστορίας του. Ο επισκέπτης μπορεί να ανακαλύψει ίχνη από την ενετική και την οθωμανική περίοδο, ενώ ακόμη και οι κάτοικοι της πόλης συχνά εκπλήσσονται από τις λιγότερο γνωστές γωνιές και τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτές. Η ιστορία της περιοχής ανάγεται στη Μινωική εποχή, όταν η ακτή του σημερινού Ηρακλείου λειτουργούσε ως επίνειο της μεγάλης πόλης και του ανακτόρου της Κνωσού. Ένας μικρός οχυρωμένος οικισμός εξακολούθησε να υπάρχει κατά τη Βυζαντινή περίοδο, αλλά τα θεμέλια της μεσαιωνικής πόλης τέθηκαν μετά την κατάληψη της Κρήτης από Άραβες εξόριστους της Ανδαλουσίας το 824. Οι νέοι κυρίαρχοι ανέπτυξαν τον οικισμό σε ισχυρή οχυρωμένη πόλη και τον ονόμασαν Ραμπντ αλ Χάντακ, δηλαδή Κάστρο της Τάφρου. Από την ονομασία αυτή προέκυψαν αργότερα τα ονόματα Χάνδακας και Candia. Μετά τη βυζαντινή ανακατάληψη της Κρήτης το 961, η πόλη έγινε γνωστή στους κατοίκους ως Κάστρο και αργότερα ως Μεγάλο Κάστρο. Κατά την Ενετοκρατία αναπτύχθηκε ως Χάνδακας ή Candia, η ισχυρά οχυρωμένη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Κρήτης και μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου. Οι Οθωμανοί την αποκαλούσαν Καντιγιέ, ενώ το αρχαίο όνομα Ηράκλειο άρχισε να επανέρχεται κατά τον 19ο αιώνα και χρησιμοποιούνταν επίσημα ήδη πριν από το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας. [widgetkit id=1326]

Περισσότερα...

Χανιά

Χανιά

Τα Χανιά, γνωστά και ως «Βενετία της Ανατολής», θεωρούνται από πολλούς μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδας. Τα Χανιά είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης μετά το Ηράκλειο. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, η Δημοτική Ενότητα Χανίων αριθμεί 54.559 κατοίκους, ενώ ο ευρύτερος Δήμος Χανίων 111.375. Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες πόλεις του νησιού, τα Χανιά διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον ιστορικό τους χαρακτήρα. Η Παλιά Πόλη και το Παλιό Ενετικό Λιμάνι, με τα στενά σοκάκια, τα ιστορικά κτίρια και τον επιβλητικό Αιγυπτιακό Φάρο, συνθέτουν ένα από τα ωραιότερα αστικά τοπία της Μεσογείου. Η σημερινή πόλη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας Κυδωνίας, μιας από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Κρήτης, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα των ανασκαφών στον λόφο Καστέλι. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο ο οικισμός οχυρώθηκε, ενώ επί Ενετοκρατίας εξελίχθηκε σε ισχυρό κάστρο, με λιμάνι, τείχη, προμαχώνες, νεώρια και δημόσια κτίρια. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, η πόλη απέκτησε τζαμιά, λουτρά και νέα αρχιτεκτονικά στοιχεία, πολλά από τα οποία διατηρούνται έως σήμερα. Το 1851 τα Χανιά έγιναν πρωτεύουσα της Κρήτης και διατήρησαν αυτόν τον ρόλο έως το 1971. Μετά την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων το 1898 και την ίδρυση της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, ανεγέρθηκαν σημαντικά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, ιδιαίτερα στη συνοικία της Χαλέπας. Την 1η Δεκεμβρίου 1913 υψώθηκε η ελληνική σημαία στο φρούριο του Φιρκά, επισφραγίζοντας επίσημα την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή των Χανίων βρέθηκε στο επίκεντρο της Μάχης της Κρήτης, με το αεροδρόμιο του Μάλεμε να αποτελεί έναν από τους βασικότερους στρατηγικούς στόχους. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την υπόλοιπη Ελλάδα το φθινόπωρο του 1944, γερμανικές δυνάμεις παρέμειναν περιορισμένες στη δυτική Κρήτη, γύρω από τα Χανιά, έως την παράδοσή τους τον Μάιο του 1945. Από τα Χανιά καταγόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της νεότερης Ελλάδας. Η πρωθυπουργία του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό της χώρας και τη σημαντική επέκταση των ελληνικών συνόρων στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι Τάφοι των Βενιζέλων βρίσκονται σε μια κατάφυτη τοποθεσία ανατολικά της πόλης, με πανοραμική θέα στα Χανιά. Στα σημαντικότερα αξιοθέατα συγκαταλέγονται η Παλιά Πόλη, το Ενετικό Λιμάνι με τον Αιγυπτιακό Φάρο, το Τζαμί του Κιουτσούκ Χασάν, το Κουμ Καπί, τα Νεώρια, το Μεγάλο Αρσενάλι και Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου, ο λόφος του Καστελίου, η Σπλάντζια, ο ναός του Αγίου Ρόκου και η Μητρόπολη. Αξίζει επίσης να επισκεφθείτε το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων στη Χαλέπα, το Ναυτικό Μουσείο Κρήτης στο Φρούριο Φιρκά, το σπίτι του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Χαλέπα, το Συμμαχικό Νεκροταφείο στη Σούδα και το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης. [widgetkit id=1327]

Περισσότερα...

Ρέθυμνο

Ρέθυμνο

Το Ρέθυμνο αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα πόλης της Κρητικής Αναγέννησης, με έναν μοναδικό πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό χαρακτήρα. Το Ρέθυμνο είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης και έδρα του ομώνυμου δήμου, ο οποίος αριθμούσε 57.216 μόνιμους κατοίκους στην απογραφή του 2021. Η σύγχρονη πόλη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας Ρίθυμνας, η οποία κατοικούνταν ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την Ελληνιστική Περίοδο. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο το Ρέθυμνο εξελίχθηκε σε οχυρωμένο οικισμό, ενώ επί Ενετοκρατίας αναπτύχθηκε σε σημαντικό διοικητικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο. Η Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον πολεοδομικό ιστό που διαμορφώθηκε κατά την Ενετοκρατία και την Οθωμανική Περίοδο. Στα στενά δρομάκια της συνυπάρχουν ενετικά αρχοντικά, αναγεννησιακά θυρώματα, κρήνες, ορθόδοξοι και καθολικοί ναοί, οθωμανικά τεμένη και κατοικίες με ξύλινα σαχνισιά. Η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Ρεθύμνου συνδέεται με την άνθηση της Κρητικής Αναγέννησης, όταν οι βυζαντινές και τοπικές παραδόσεις αλληλεπίδρασαν με τις καλλιτεχνικές και πνευματικές επιρροές της Βενετίας. Στην πόλη αναπτύχθηκε μια δραστήρια ελληνική αστική και πνευματική τάξη, ενώ από την περιοχή καταγόταν ο σημαντικός δραματουργός Γεώργιος Χορτάτσης, δημιουργός της τραγωδίας Ερωφίλη. Πάνω από την Παλιά Πόλη δεσπόζει το επιβλητικό φρούριο της Φορτέτζας, ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα ενετικά οχυρωματικά έργα της Κρήτης. Κατασκευάστηκε κυρίως μεταξύ 1573 και 1590 στον λόφο του Παλαιοκάστρου, όπου βρισκόταν η ακρόπολη της αρχαίας Ρίθυμνας. Από τα τείχη του προσφέρεται πανοραμική θέα προς την πόλη και το Κρητικό Πέλαγος. Στα σημαντικότερα αξιοθέατα συγκαταλέγονται επίσης το μικρό Ενετικό Λιμάνι με τον φάρο, η Ενετική Λότζια, η κρήνη Ριμόντι, ο Δημοτικός Κήπος, ο ναός της Κυρίας των Αγγέλων, το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνης, το Τζαμί Νερατζές, ο ναός του Αγίου Φραγκίσκου, η Μεγάλη Πόρτα ή Πύλη Guora, το Τζαμί Καρά Μουσά Πασά και τα ενετικά αρχοντικά της οδού Αρκαδίου. Ανατολικά του σύγχρονου λιμανιού ξεκινά η μεγάλη αμμώδης παραλία του Ρεθύμνου, η οποία εκτείνεται για αρκετά χιλιόμετρα. Ο συνδυασμός του ιστορικού κέντρου, των μνημείων, της παραλίας και της έντονης πολιτιστικής ζωής καθιστά το Ρέθυμνο μία από τις πιο γοητευτικές πόλεις της Κρήτης. [widgetkit id=1328]

Περισσότερα...

Πόλη Άγιος Νικόλαος

Πόλη Άγιος Νικόλαος

Κατάλευκα σπίτια και όμορφα κτίρια ξεπροβάλλουν πάνω από την παραλία, με φυσικό φόντο τη θάλασσα. Ο Άγιος Νικόλαος, τον οποίο οι Κρητικοί αποκαλούν συχνά απλώς «Άγιο», είναι μια κοσμοπολίτικη παραθαλάσσια πόλη και το σημαντικότερο αστικό κέντρο της επαρχίας Μιραμπέλου. Είναι κτισμένος στη θέση Μαντράκι, στη δυτική πλευρά του μεγάλου Κόλπου του Μιραμπέλου, και σύμφωνα με την απογραφή του 2021 έχει 12.149 μόνιμους κατοίκους. Η σημερινή ονομασία του προέρχεται από τον βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου στον Όρμο, δυτικά από το κέντρο της πόλης. Στην περιοχή της σημερινής πόλης βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η Λατώ προς Καμάρα, το επίνειο της αρχαίας Λατούς, κοντά στην Κριτσά. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η περιοχή ήταν γνωστή ως Επισκοπή Καμάρας, αλλά ο οικισμός παρέμεινε σχετικά μικρός για πολλούς αιώνες. Ο Άγιος Νικόλαος αναπτύχθηκε σημαντικά κατά τον 20ό αιώνα και σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα από τα γνωστότερα τουριστικά θέρετρα της Κρήτης, διατηρώντας παράλληλα έναν ήρεμο και γραφικό χαρακτήρα. Σήμα κατατεθέν της πόλης είναι η γραφική Λίμνη Βουλισμένη, μια παλιά λίμνη στο κέντρο του Αγίου Νικολάου, η οποία συνδέεται σήμερα με τη θάλασσα μέσω ενός στενού καναλιού. Τα βαθιά νερά της έχουν γεννήσει πολλούς θρύλους, με γνωστότερο εκείνον που τη θέλει απύθμενη. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη τοπική αφήγηση, οι γερμανικές δυνάμεις πέταξαν πολεμικό υλικό στα νερά της πριν αποχωρήσουν από την περιοχή το 1944. Η βόλτα γύρω από τη λίμνη αποτελεί μία από τις ομορφότερες εμπειρίες στην πόλη. Άλλα αξιοθέατα είναι τα νεοκλασικά κτίρια, η μαρίνα, το νησάκι των Αγίων Πάντων, όπου ζει προστατευμένος πληθυσμός κρητικών αιγάγρων, και η παραθαλάσσια Κιτροπλατεία με τις ταβέρνες της. Οι πολυσύχναστοι πεζόδρομοι φιλοξενούν καταστήματα και καφετέριες, ενώ οι πολυάριθμες σκάλες αποτελούν χαρακτηριστικό της πόλης και οφείλονται στις έντονες κλίσεις του εδάφους. [widgetkit id=1329]

Περισσότερα...

Πόλη Σητεία

Πόλη Σητεία

Η Σητεία είναι η ανατολικότερη πόλη της Κρήτης, κτισμένη αμφιθεατρικά στη δυτική πλευρά του ομώνυμου κόλπου, σε μια περιοχή με θερμό και ξηρό κλίμα. Η Σητεία βρίσκεται 64χλμ. ανατολικά από τον Άγιο Νικόλαο και αποτελεί το σημαντικότερο αστικό και εμπορικό κέντρο της επαρχίας Σητείας. Διαθέτει λιμάνι και το αεροδρόμιο «Βιτσέντζος Κορνάρος», ενώ συνδέεται οδικώς με την Ιεράπετρα, τον Άγιο Νικόλαο και τους οικισμούς της ανατολικής Κρήτης. Η οικονομία της περιοχής βασίζεται κυρίως στη γεωργία, το εμπόριο και τον τουρισμό. Μέσα στην πόλη μπορείτε να κολυμπήσετε στη μεγάλη παραλία της Σητείας, να περπατήσετε στο λιμάνι και στον παραλιακό δρόμο ή να περιπλανηθείτε στις παλιές γειτονιές με τα παραδοσιακά σπίτια και τις γραφικές αυλές. Πάνω από την πόλη δεσπόζει το φρούριο της Καζάρμας, το σημαντικότερο σωζόμενο μνημείο της μεσαιωνικής Σητείας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο Σητείας, με ευρήματα από περίπου το 3500 π.Χ. έως τον 5ο αιώνα μ.Χ., τα οποία προέρχονται από ολόκληρη την ανατολική Κρήτη. Στην πόλη λειτουργεί επίσης το Λαογραφικό Μουσείο Σητείας, με αντικείμενα της καθημερινής ζωής και της τοπικής παράδοσης. Ανάμεσα στα γνωστότερα προϊόντα της περιοχής συγκαταλέγονται το βραβευμένο ελαιόλαδο, ο οίνος Σητείας και η τσικουδιά. Η περιοχή κατοικείται ήδη από τη Νεολιθική Εποχή, ενώ σημαντικά μινωικά κτίρια και τμήματα οχύρωσης έχουν αποκαλυφθεί στον Πετρά. Το όνομα της Σητείας έχει συνδεθεί με την αρχαία Ητεία ή Σηταία, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι η αρχαία πόλη βρισκόταν ακριβώς στη θέση της σημερινής. Σύμφωνα με μία αρχαία παράδοση, η κρητική Ητεία θεωρούνταν πατρίδα του Μύσωνα, ο οποίος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους Επτά Σοφούς της αρχαιότητας. Η αρχαία Ετεία έχει επίσης συνδεθεί με την Πραισό και αναφέρεται ως επίνειό της. Κατά τη Βυζαντινή και την Ενετική Περίοδο η Σητεία αναπτύχθηκε ως εμπορικό λιμάνι και προστατευόταν από τείχος και από την Καζάρμα. Ο καταστροφικός σεισμός του 1508 και η επιδρομή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538 προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στην πόλη και στις οχυρώσεις της. Το 1651 οι Ενετοί εγκατέλειψαν τη Σητεία και κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του οχυρωματικού της συστήματος, ώστε να μην μπορέσει να χρησιμοποιηθεί από τους Οθωμανούς. Η νεότερη Σητεία ανοικοδομήθηκε το 1870 με ρυμοτομικό σχέδιο του Αβνή Πασά και ονομάστηκε προς τιμήν του Αβνιέ. Η ονομασία χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Οθωμανούς, ενώ οι Έλληνες εξακολούθησαν να την αποκαλούν Στεία ή Λιμάνι της Σητείας. Η ευρύτερη περιοχή συνδέεται στενά με τον ποιητή Βιτσέντζο Κορνάρο, ο οποίος γεννήθηκε στην Τραπεζόντα της επαρχίας Σητείας το 1553 και υπήρξε δημιουργός του «Ερωτόκριτου», ενός από τα σημαντικότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Στον Κορνάρο αποδίδεται παραδοσιακά και το θρησκευτικό δράμα «Η Θυσία του Αβραάμ», αν και η απόδοση αυτή αμφισβητείται από μέρος της σύγχρονης έρευνας. [widgetkit id=1330]

Περισσότερα...

Πόλη Ιεράπετρας

Πόλη Ιεράπετρας

Η Ιεράπετρα βρίσκεται 30 χλμ. νότια του Αγίου Νικολάου, κοντά στο στενότερο σημείο της Κρήτης, και είναι η νοτιότερη πόλη της Ελλάδας. Η Ιεράπετρα είναι μια σύγχρονη και ζωντανή παραθαλάσσια πόλη, με οικονομία που βασίζεται κυρίως στη γεωργία και στον τουρισμό. Στην εύφορη πεδιάδα γύρω από την πόλη παράγονται μεγάλες ποσότητες πρώιμων κηπευτικών, σημαντικό μέρος των οποίων εξάγεται στην ευρωπαϊκή αγορά. Η πόλη διαθέτει οργανωμένες τουριστικές υποδομές, μεγάλα και μικρά ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες και όμορφες παραλίες. Ο παραλιακός δρόμος αποτελεί το πιο ζωντανό σημείο της, ιδιαίτερα τα καλοκαιρινά βράδια. Η σύγχρονη πόλη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας Ιεράπυτνας. Στη μακραίωνη ιστορία της η πόλη συνδέθηκε με ονομασίες όπως Κύρβα, Κάμιρος, Πύτνα και Ιεράπυτνα. Η στρατηγική θέση της, κοντά στο στενότερο τμήμα της Κρήτης και απέναντι από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής, ευνόησε την ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας. Η σημαντικότερη αντίπαλος της Ιεράπυτνας στην Ανατολική Κρήτη ήταν η Πραισός, την οποία κατέστρεψε το 155 π.Χ. Σταδιακά απέκτησε μία από τις μεγαλύτερες επικράτειες των κρητικών πόλεων, η οποία εκτεινόταν από την περιοχή του Τσούτσουρα έως τον Ξερόκαμπο. Στη συνέχεια συγκρούστηκε με την ισχυρή Ίτανο, κοντά στο σημερινό Βάι. Κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο η Ιεράπυτνα γνώρισε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Κρήτης. Το λιμάνι της απέκτησε ιδιαίτερη σημασία λόγω της θέσης του στους θαλάσσιους δρόμους προς την Αίγυπτο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η πόλη διατήρησε τη σημασία της κατά την Πρώτη Βυζαντινή Περίοδο, αλλά αργότερα υπέστη καταστροφές από τις αραβικές επιδρομές. Κατά την Ενετοκρατία ενισχύθηκε η οχύρωσή της και κατασκευάστηκε το κάστρο της Ιεράπετρας. Το γνωστότερο αξιοθέατο της πόλης είναι το παραθαλάσσιο φρούριο Καλές, στην είσοδο του παλιού λιμανιού. Οι απαρχές του ανάγονται στην Ενετική Περίοδο, αλλά το φρούριο υπέστη μεταγενέστερες επεμβάσεις και προσθήκες. Σήμερα αποτελεί σημαντικό αρχαιολογικό χώρο και φιλοξενεί επιλεγμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Αξίζει επίσης μια περιήγηση στην Παλιά Πόλη, στην περιοχή Κάτω Μερά. Εκεί βρίσκεται το «Σπίτι του Ναπολέοντα», όπου, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, διανυκτέρευσε ανώνυμα ο Ναπολέων Βοναπάρτης τον Ιούλιο του 1798, κατά το ταξίδι του προς την Αίγυπτο. Η παράδοση αναφέρει ότι το επόμενο πρωί άφησε σημείωμα με το οποίο αποκάλυπτε την ταυτότητά του. Στην Κάτω Μερά βρίσκονται ακόμη το οθωμανικό τέμενος και η κρήνη που το συνοδεύει. Κοντά στο Δημαρχείο βρίσκεται η παλιά Οθωμανική Σχολή, κτισμένη το 1899, η οποία στεγάζει σήμερα την Αρχαιολογική Συλλογή Ιεράπετρας. Τα εκθέματά της προέρχονται από την αρχαία Ιεράπυτνα και την ευρύτερη περιοχή και χρονολογούνται από την Εποχή του Χαλκού έως τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Περισσότερα...

Κίσσαμος

Κίσσαμος

Η Κίσσαμος, γνωστή και ως Καστέλι, είναι η σημαντικότερη κωμόπολη της ομώνυμης επαρχίας και απλώνεται στον μυχό του κόλπου της Κισσάμου, 36 χλμ. δυτικά των Χανίων. Η Κίσσαμος, γνωστή στους κατοίκους και με την παλαιότερη ονομασία Καστέλι, αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο της επαρχίας Κισσάμου. Η κοινότητα Καστελλίου είχε 4.321 μόνιμους κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2021. Η τοπική οικονομία βασίζεται στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων, με γνωστότερα το Κισσαμίτικο ελαιόλαδο και το κρασί, καθώς και στο εμπόριο και στον τουρισμό. Παρά την τουριστική της ανάπτυξη, η Κίσσαμος διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα μιας ζωντανής κρητικής κωμόπολης. Ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει την καθημερινή ζωή των κατοίκων, την τοπική κουζίνα και τις παραδόσεις της επαρχίας, αλλά και να χρησιμοποιήσει την πόλη ως αφετηρία για την εξερεύνηση της δυτικής Κρήτης. Η πόλη διαθέτει καταστήματα, υπηρεσίες, Κέντρο Υγείας, χώρους εστίασης και παραλιακό πεζόδρομο. Από το λιμάνι της Κισσάμου εκτελούνται ακτοπλοϊκά δρομολόγια προς τα Αντικύθηρα, τα Κύθηρα, το Γύθειο και τον Πειραιά, ανάλογα με την περίοδο και το ισχύον πρόγραμμα. Κατά την τουριστική περίοδο αναχωρούν επίσης εκδρομικά πλοιάρια προς το νησί της Γραμβούσας και τη λιμνοθάλασσα του Μπάλου. Αξιοθέατα Στο παραλιακό μέτωπο της πόλης ξεχωρίζει η παραλία του Τελωνείου, δίπλα στον παραλιακό πεζόδρομο με τα καφέ και τα εστιατόρια. Δυτικότερα βρίσκεται ο αμμώδης Μαύρος Μόλος, μία από τις δημοφιλέστερες παραλίες της Κισσάμου. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Κισσάμου στεγάζεται στο διατηρητέο κτίριο του παλιού Διοικητηρίου, στην πλατεία Στρατηγού Τζανακάκη. Η έκθεσή του παρουσιάζει την ιστορική εξέλιξη της περιοχής από την προϊστορία έως τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Ανάμεσα στα σημαντικότερα εκθέματα συγκαταλέγονται τα εντυπωσιακά ψηφιδωτά δάπεδα των ελληνορωμαϊκών επαύλεων της αρχαίας Κισσάμου. Ιδιαίτερα γραφική είναι η οδός Σκαλίδη, η παλιά αγορά της πόλης, όπου σώζονται παραδοσιακά κτίρια με καμάρες ανάμεσα σε μικρά καταστήματα και καφενεία. Περίπου 1,5 χλμ. από το κέντρο βρίσκεται η Λίμνη, το μικρό παλιό ψαρολίμανο της Κισσάμου με τις ψαροταβέρνες του. Ανάμεσα στο ψαρολίμανο και στο μεγάλο λιμάνι βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη Ντάμιαλη, κτισμένο σε βραχώδη κοιλότητα. Ένα μικρό πέρασμα κάτω από τον δρόμο οδηγεί στην ομώνυμη βοτσαλωτή παραλία. Ιστορία Η σημερινή πόλη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας Κισσάμου, της οποίας το προελληνικό όνομα διατηρήθηκε στο πέρασμα των αιώνων. Ο Πλίνιος την αναφέρει ως Cisamon και ο Πτολεμαίος ως Κίσσαμος πόλις. Η αρχαία πόλη γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο και αποτέλεσε σημαντικό λιμάνι της δυτικής Κρήτης. Πολλά κατάλοιπα της ρωμαϊκής Κισσάμου έχουν εντοπιστεί κάτω από τη σύγχρονη πόλη, όπως λουτρά, επαύλεις με ψηφιδωτά δάπεδα, εργαστήρια, νεκροταφεία και τμήματα υδραγωγείου. Ο Ενετός περιηγητής και αρχαιολόγος Onorio Belli κατέγραψε στα τέλη του 16ου αιώνα ερείπια θεάτρου και αμφιθεάτρου. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν επίσης εντοπιστεί παλαιότερα ευρήματα, ενώ η παράδοση συνέδεσε ορισμένες θέσεις με τον Αγαμέμνονα και τους Μυκηναίους. Η Κίσσαμος διατήρησε τη σημασία της κατά την Πρώτη Βυζαντινή Περίοδο και αποτέλεσε έδρα επισκοπής. Κατά τη Δεύτερη Βυζαντινή Περίοδο η έδρα μεταφέρθηκε στην ενδοχώρα, στη σημερινή Επισκοπή, πιθανότατα για μεγαλύτερη προστασία από τις θαλάσσιες επιδρομές. Κατά την Ενετοκρατία αναπτύχθηκε γύρω από το Castel Chissamo ο οικισμός που έγινε γνωστός ως Καστέλι. Το φρούριο είχε ασύμμετρο πενταγωνικό σχήμα και περιλάμβανε στρατώνες, φυλακές, ναούς και πηγάδι. Υπέστη επανειλημμένα καταστροφές από επιδρομές και σεισμούς και χρησιμοποιήθηκε και κατά την Οθωμανική Περίοδο. Η Κίσσαμος και ολόκληρη η επαρχία συμμετείχαν ενεργά στις κρητικές επαναστάσεις κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή των κατοίκων στην Αντίσταση κατά τη γερμανική κατοχή, στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. [widgetkit id=1352] {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Παλαιόχωρα

Παλαιόχωρα

Η Παλαιόχωρα είναι η κυριότερη παραθαλάσσια κωμόπολη της επαρχίας Σελίνου, κτισμένη σε μια στενή χερσόνησο στις νοτιοδυτικές ακτές της Κρήτης. Η Παλαιόχωρα βρίσκεται 77 χλμ. νότια των Χανίων, σε μια μικρή χερσόνησο μήκους περίπου 700 μ. και πλάτους 400 μ., που βρέχεται από το Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Αποτελεί την κυριότερη παραθαλάσσια κωμόπολη και ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και τουριστικά κέντρα της επαρχίας Σελίνου. Η οικονομία της περιοχής βασίζεται στον τουρισμό και στη γεωργία, κυρίως στην παραγωγή πρώιμων κηπευτικών σε θερμοκήπια και ελαιολάδου. Η Παλαιόχωρα άρχισε να αναπτύσσεται ως ήρεμος προορισμός διακοπών ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στους χίπις και στους ανεξάρτητους ταξιδιώτες. Παρά τη μετέπειτα τουριστική ανάπτυξη, έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τον ανεπιτήδευτο χαρακτήρα της. Στην ευρύτερη ακτογραμμή, μήκους περίπου 11 χλμ., συναντώνται οργανωμένες παραλίες αλλά και μικροί απομονωμένοι όρμοι. Στη δυτική πλευρά της χερσονήσου απλώνεται η αμμώδης Παχιά Άμμος, ενώ στην ανατολική πλευρά βρίσκονται τα βοτσαλωτά Χαλίκια. Σε μικρή απόσταση βρίσκονται επίσης οι παραλίες του Γιαλισκαρίου, των Ανύδρων, του Γραμμένου, του Κριού και πολλές μικρότερες ακτές. Η Παλαιόχωρα διαθέτει ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστιατόρια, ταβέρνες, καφετέριες, καταστήματα, Κέντρο Υγείας, φαρμακεία και τις απαραίτητες υπηρεσίες για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Κατά την τουριστική περίοδο, από το λιμάνι αναχωρούν πλοία που συνδέουν την Παλαιόχωρα με τη Σούγια, την Αγία Ρουμέλη, το Λουτρό, τη Χώρα Σφακίων και τη Γαύδο. Τα δρομολόγια μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή και τις καιρικές συνθήκες. Ιστορία Στην ευρύτερη περιοχή τοποθετείται η αρχαία πόλη Καλαμύδη ή Καλαμύδι, χωρίς όμως η ακριβής θέση της να έχει επιβεβαιωθεί οριστικά. Ορισμένοι ερευνητές την τοποθετούν βορειότερα από τη σημερινή Παλαιόχωρα, κοντά στην Αγία Τριάδα, όπου έχουν εντοπιστεί λαξευτοί τάφοι και ίχνη αρχαίων κατασκευών. Το 1282 ο Δούκας της Κρήτης Marino Gradonigo έκτισε στο νότιο άκρο της χερσονήσου το φρούριο Castel Selino, για να ελέγχει την ανυπότακτη περιοχή. Από το φρούριο επικράτησε σταδιακά και η ονομασία Σέλινο για ολόκληρη την επαρχία. Γύρω του αναπτύχθηκε ένας μικρός βούργος με τεχνίτες και εμπόρους, ο οποίος αποτέλεσε τον πρόδρομο της σημερινής Παλαιόχωρας. Το φρούριο καταστράφηκε κατά την επανάσταση του 1332 και ανοικοδομήθηκε το 1334. Το 1539 υπέστη νέες καταστροφές από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ενώ αργότερα επισκευάστηκε από τους Ενετούς. Το 1645 καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι το τροποποίησαν για τις αμυντικές τους ανάγκες. Στις αρχές του 19ου αιώνα η περιοχή ήταν σχεδόν έρημη και το φρούριο βρισκόταν ήδη σε ερειπιώδη κατάσταση. Η νεότερη Παλαιόχωρα άρχισε να αναπτύσσεται ξανά από το 1866, κυρίως λόγω της ανάγκης δημιουργίας λιμανιού για τη διακίνηση των προϊόντων της επαρχίας Σελίνου. Την περίοδο αυτή εγκαταστάθηκαν στην περιοχή έμποροι, ναυτικοί και οικογένειες από τα γύρω χωριά. Κατά τη Μάχη της Κρήτης, το 1941, στην περιοχή σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ γερμανικών στρατευμάτων και ελληνικών δυνάμεων με τη συμμετοχή ανδρών της Κρητικής Χωροφυλακής. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκαν στην παλιά πόλη και οικογένειες από τη Γαύδο, δημιουργώντας τη συνοικία που είναι γνωστή ως Γαυδιώτικα. [widgetkit id=1345] {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Μάλια

Μάλια

Τα Μάλια είναι μια από τις γνωστότερες τουριστικές κωμοπόλεις της Κρήτης, με μεγάλες αμμώδεις παραλίες, έντονη νυχτερινή ζωή και ένα από τα σημαντικότερα μινωικά ανάκτορα του νησιού. Τα Μάλια βρίσκονται 35 χλμ. ανατολικά του Ηρακλείου, στην εύφορη παράκτια πεδιάδα που απλώνεται μπροστά από τις παρυφές του όρους Σελένα, στην επαρχία Πεδιάδας. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκδοχή, το όνομά τους προέρχεται από τη λέξη ομαλία, που δηλώνει την επίπεδη έκταση. Η πεδιάδα των Μαλίων διαθέτει άφθονα υπόγεια νερά και υπήρξε επί αιώνες σημαντική γεωργική περιοχή. Στο παρελθόν λειτουργούσαν εδώ πολλοί ανεμόμυλοι, οι οποίοι αντλούσαν νερό για την άρδευση των καλλιεργειών. Η περιοχή έγινε ιδιαίτερα γνωστή για τις πατάτες, τα πρώιμα κηπευτικά, τις ελιές, τις μπανάνες, τα καρπούζια και άλλα αγροτικά προϊόντα. Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα τα Μάλια διατηρούσαν τον χαρακτήρα ενός μικρού αγροτικού οικισμού. Η ταχεία ανάπτυξη του τουρισμού επέκτεινε σταδιακά την πόλη προς την παραλία και τις γειτονικές περιοχές. Σήμερα αποτελούν έναν από τους πιο πολυσύχναστους προορισμούς της βόρειας Κρήτης, γνωστό κυρίως για τις μεγάλες αμμώδεις παραλίες και την έντονη νυχτερινή ζωή. Η τουριστική ζώνη αναπτύσσεται κατά μήκος του δρόμου που συνδέει τον παλιό οικισμό με την ακτή και συγκεντρώνει πολλά ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ και κέντρα διασκέδασης. Αντίθετα, στο παλιό τμήμα των Μαλίων, γύρω από τον ναό του Αγίου Νεκταρίου, διατηρούνται στενά δρομάκια, παλιά σπίτια, μικρές πλατείες και πιο ήσυχοι χώροι εστίασης. Αξιοθέατα Το σπουδαιότερο μνημείο της περιοχής είναι το Μινωικό Ανάκτορο των Μαλίων, περίπου 3 χλμ. ανατολικά της σύγχρονης πόλης. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο γνωστό μινωικό ανάκτορο της Κρήτης, μετά την Κνωσό και τη Φαιστό. Το αρχαίο όνομα της πόλης που αναπτύχθηκε γύρω του παραμένει άγνωστο, ενώ η παράδοση συνδέει το ανάκτορο με τον μυθικό βασιλιά Σαρπηδόνα, γιο του Δία και της Ευρώπης και αδελφό του Μίνωα. Το πρώτο ανάκτορο ανεγέρθηκε στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. και καταστράφηκε περίπου το 1700 π.Χ. Στη θέση του κτίστηκε ένα νέο ανακτορικό συγκρότημα, το οποίο καταστράφηκε περίπου το 1450 π.Χ. Γύρω από το ανάκτορο έχει αποκαλυφθεί εκτεταμένη μινωική πόλη με κατοικίες, εργαστήρια, δρόμους και δημόσια κτίρια. Περίπου 500 μ. βορειοανατολικά του ανακτόρου βρίσκεται το ταφικό συγκρότημα του Χρυσόλακκου. Εκεί ανακαλύφθηκε το περίφημο χρυσό κόσμημα με τις δύο μέλισσες, ένα από τα αριστουργήματα της μινωικής χρυσοχοΐας, το οποίο εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Στον παλιό οικισμό αξίζει μια περιήγηση στα στενά δρομάκια και στις παλιές εκκλησίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Παναγία η Γαλατιανή, ένας τρίκλιτος ναός του οποίου τα κλίτη οικοδομήθηκαν σε διαφορετικές εποχές. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κατά την ανέγερσή του οι βοσκοί πρόσφεραν γάλα για την παρασκευή του κονιάματος και από αυτό προήλθε η ονομασία του. Άλλοι αξιόλογοι ναοί είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, οι Ταξιάρχες, ο Άγιος Δημήτριος, ο Ευαγγελισμός, η Αγία Πελαγία και ο Άγιος Σάββας. Ανατολικά της πόλης, στη θέση Λουτρές, βρίσκεται ο τοιχογραφημένος ναός του Αγίου Γεωργίου, με τον οποίο συνδέονται παλιές λαϊκές παραδόσεις για νεράιδες και άλλα υπερφυσικά πλάσματα. Απέναντι από την κεντρική παραλία των Μαλίων βρίσκεται μια μικρή νησίδα με το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, που αποτελεί χαρακτηριστικό σημείο του παραλιακού τοπίου. Όσοι αναζητούν μια πιο ήρεμη ακτή μπορούν να κατευθυνθούν ανατολικά προς την παραλία του Ποταμού, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο και στον υγρότοπο των Μαλίων. Μια όμορφη εκδρομή στην ενδοχώρα είναι το παραδοσιακό χωριό Κράσι, περίπου 10 χλμ. νοτιοδυτικά των Μαλίων. Στην πλατεία του χωριού δεσπόζει ο μνημειακός πλάτανος του Κρασίου, με κορμό περιμέτρου περίπου 24 μ., ενώ δίπλα του υπάρχουν κρήνες με τρεχούμενο νερό. Η διαδρομή περνά από μια καταπράσινη περιοχή με χαμόπρινα και χαρουπιές. [widgetkit id=1353] {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Ελούντα

Ελούντα

Η Ελούντα είναι ένα από τα γνωστότερα πολυτελή θέρετρα της Ελλάδας, χτισμένο σε ένα μοναδικό φυσικό και ιστορικό τοπίο γύρω από τη λιμνοθάλασσα του Κόρφου και την αρχαία πόλη Ολούς. Η Ελούντα βρίσκεται 10 χλμ. βόρεια του Αγίου Νικολάου, στη βορειοδυτική πλευρά του κόλπου του Μιραμπέλου, στην επαρχία Μιραμπέλου. Η ευρύτερη περιοχή έχει εξελιχθεί σε ένα από τα γνωστότερα τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας, με πολυτελή ξενοδοχεία και επισκέπτες από ολόκληρο τον κόσμο. Πέρα όμως από τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, η Ελούντα προσφέρει ένα ιδιαίτερο σύνολο φυσικών τοπίων και ιστορικών μνημείων. Ο παραθαλάσσιος οικισμός, γνωστός στους ντόπιους ως Σχίσμα, είναι κτισμένος στην άκρη του προστατευμένου κόλπου του Κόρφου, που συχνά αναφέρεται και ως λιμνοθάλασσα της Ελούντας. Απέναντί του εκτείνεται η χερσόνησος της Σπιναλόγκας, ενώ στην είσοδο του κόλπου βρίσκεται η οχυρωμένη νησίδα Καλυδών, γνωστή παγκοσμίως ως Σπιναλόγκα. Μια περιήγηση στην Ελούντα Η πρώτη πανοραμική εικόνα της Ελούντας αποκαλύπτεται από την περιοχή Λενικά, πάνω στον δρόμο από τον Άγιο Νικόλαο. Από το σημείο αυτό φαίνονται ο κόλπος του Μιραμπέλου, ο ήρεμος Κόρφος, η χερσόνησος της Σπιναλόγκας και, στο βάθος, η γραφική Πλάκα με τη νησίδα της Σπιναλόγκας. Στο Σχίσμα βρίσκονται το λιμάνι, η παραλιακή πλατεία, καταστήματα, καφετέριες, ταβέρνες και πολλές επιλογές διαμονής. Από το λιμάνι αναχωρούν εκδρομικά σκάφη για τη Σπιναλόγκα και τον κόλπο του Μιραμπέλου, με τα δρομολόγια να μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή. Ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο προς τα ανατολικά, ο επισκέπτης φτάνει στις παλιές αλυκές της Ελούντας. Οι αλυκές αποτέλεσαν σημαντική παραγωγική εγκατάσταση ήδη από τα χρόνια της Ενετοκρατίας και το αλάτι τους διοχετευόταν σε αγορές της Κρήτης και του εξωτερικού. Σήμερα δεν λειτουργούν, αλλά έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη οικολογική αξία και φιλοξενούν πολλά είδη πουλιών, ανάμεσά τους ερωδιούς και κατά περιόδους φλαμίνγκο. Λίγο παρακάτω βρίσκονται οι παλιοί πέτρινοι ανεμόμυλοι και η γέφυρα του Πόρου. Κάτω από τη γέφυρα περνά η στενή διώρυγα του Πόρου, η οποία συνδέει τον κόλπο του Μιραμπέλου με τον Κόρφο. Η σημερινή διώρυγα ανοίχθηκε το 1897–1898 με πρωτοβουλία της γαλλικής διοίκησης, διευκολύνοντας τη διέλευση μικρών σκαφών και μετατρέποντας ουσιαστικά τη μεγάλη χερσόνησο σε νησί. Ο δρόμος συνεχίζει στη χερσόνησο της Σπιναλόγκας, η οποία σε ορισμένες πηγές αναφέρεται και ως Νησί. Στο τοπίο διακρίνονται εγκαταλειμμένοι αγροί, ξερολιθιές και παλιά αγροτικά κτίσματα. Κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Λουκά ξεκινά το σύντομο μονοπάτι προς την παραλία της Κολοκύθας, γνωστή για τα γαλαζοπράσινα νερά της. Απέναντι από την παραλία βρίσκεται η μικρή νησίδα Κολοκύθα. Βορειότερα σώζονται ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου–6ου αιώνα, ενώ στην απομονωμένη βόρεια περιοχή της χερσονήσου βρίσκεται ο ναός του Αγίου Φωκά. Η πρόσβαση στα πιο απομακρυσμένα σημεία γίνεται με πεζοπορία και απαιτεί προσοχή, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. Ιστορία Στην περιοχή του Πόρου βρισκόταν η αρχαία Ολούς, το αστικό κέντρο μιας σημαντικής πόλης-κράτους της ανατολικής Κρήτης. Η περιοχή κατοικούνταν ήδη από τους μινωικούς χρόνους, αλλά η Ολούς γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την Αρχαϊκή, την Κλασική, την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή Περίοδο. Τμήμα των ερειπίων της βρίσκεται σήμερα βυθισμένο στα ρηχά νερά γύρω από τον Πόρο και διακρίνεται όταν η θάλασσα είναι ήρεμη. Η οικονομία της Ολούντος βασιζόταν στο θαλάσσιο εμπόριο, την αλιεία, την ελαιοκαλλιέργεια, τη μισθοφορική δραστηριότητα και την εξόρυξη ακονόπετρας, της περίφημης «Ναξίας λίθου». Τα λατομεία της βρίσκονταν στους γύρω λόφους, ιδιαίτερα στην περιοχή απέναντι από την Οξά. Στα νομίσματα της πόλης απεικονίζονται πιθανότατα ο Δίας Ταλλαίος και η νύμφη Βριτόμαρτις. Σύμφωνα με τον Παυσανία, σε ιερό της Ολούντος υπήρχε ξόανο της Βριτομάρτιδος, έργο του μυθικού τεχνίτη Δαίδαλου. Επιγραφές και αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν τις σχέσεις της πόλης με άλλες κρητικές πόλεις, την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Η κατοίκηση συνεχίστηκε κατά τη Ρωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο. Στην περιοχή του Πόρου σώζεται η τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική της Ολούντος, η οποία χρονολογείται στον 5ο αιώνα και οικοδομήθηκε πάνω στα κατάλοιπα παλαιότερου κτιρίου. Από τον 7ο και τον 8ο αιώνα, η ανασφάλεια στις ακτές και οι θαλάσσιες επιδρομές οδήγησαν σταδιακά τους κατοίκους σε περισσότερο προστατευμένες θέσεις της ενδοχώρας, όπως η οχυρωμένη Οξά. Κατά την Ενετοκρατία, από το 1211 έως το 1669, οι αλυκές της Ελούντας απέκτησαν ιδιαίτερη οικονομική σημασία. Για την προστασία του κόλπου, των αλυκών και των θαλάσσιων δρόμων, οι Ενετοί κατασκεύασαν στα τέλη του 16ου αιώνα το ισχυρό φρούριο της Σπιναλόγκας. Το 1897–1898, κατά την παρουσία των διεθνών δυνάμεων στην Κρήτη, η γαλλική διοίκηση προχώρησε στη διάνοιξη της σύγχρονης διώρυγας του Πόρου. Κατά την περίοδο 1928–1939 ο προστατευμένος κόλπος του Κόρφου χρησιμοποιήθηκε ως σταθμός προσθαλάσσωσης και ανεφοδιασμού υδροπλάνων της βρετανικής εταιρείας Imperial Airways, στις αεροπορικές διαδρομές προς την Ανατολή. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή καταλήφθηκε και οχυρώθηκε από τις δυνάμεις του Άξονα, ενώ τμήματα της ακτογραμμής ναρκοθετήθηκαν για την αποτροπή συμμαχικής απόβασης. Μετά τον πόλεμο και την απομάκρυνση των ναρκών άρχισε σταδιακά η τουριστική ανάπτυξη. Από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα η Ελούντα καθιερώθηκε διεθνώς ως ένας από τους γνωστότερους προορισμούς πολυτελών διακοπών στην Ελλάδα. [widgetkit id=1357] {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Χερσόνησος

Χερσόνησος

Ο Λιμένας Χερσονήσου είναι ένα από τα γνωστότερα τουριστικά θέρετρα της Κρήτης, περίπου 28 χλμ. ανατολικά του Ηρακλείου, στην επαρχία Πεδιάδας. Η περιοχή συνδυάζει πολυσύχναστες και πιο ήρεμες παραλίες, υδάτινα πάρκα, χώρους διασκέδασης και σημαντικά αρχαιολογικά μνημεία. Σε μικρή απόσταση βρίσκονται οι παραδοσιακοί οικισμοί Άνω Χερσόνησος, Πισκοπιανό και Κουτουλουφάρι, οι οποίοι διατηρούν διαφορετικό χαρακτήρα από τον παραθαλάσσιο οικισμό. Σύντομη περιήγηση στη Χερσόνησο Πριν από την ανάπτυξη του τουρισμού, ο Λιμένας Χερσονήσου ήταν ένας μικρός παραθαλάσσιος οικισμός που εξυπηρετούσε κυρίως τους ψαράδες και τις εμπορικές ανάγκες της περιοχής. Με την πάροδο του χρόνου επεκτάθηκε γύρω από το παλιό λιμάνι και εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα τουριστικά κέντρα της Κρήτης. Στη δυτική πλευρά της παραλιακής ζώνης βρίσκεται το ακρωτήριο Σαραντάρης με το γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Από εδώ αρχίζουν τα συνεχόμενα Λιμανάκια της Χερσονήσου, μικροί προστατευμένοι κόλποι με αμμώδεις ή βραχώδεις παραλίες. Κατά μήκος της ακτής λειτουργούν ξενοδοχεία, χώροι εστίασης και καφετέριες. Ανατολικά από τα Λιμανάκια υψώνεται ο λόφος Καστρί, δίπλα στο σημερινό λιμάνι. Στην κορυφή του διατηρούνται τα ερείπια μιας σημαντικής παλαιοχριστιανικής βασιλικής με ψηφιδωτά δάπεδα. Στην ανατολική πλευρά του λόφου βρίσκεται η γραφική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, τμήμα της οποίας είναι διαμορφωμένο μέσα στον βράχο. Από το σημείο υπάρχει ωραία θέα προς το λιμάνι και τον φάρο. Από το λιμάνι αρχίζει ο πολυσύχναστος παραλιακός δρόμος, με καταστήματα, εστιατόρια, καφετέριες και χώρους νυχτερινής διασκέδασης. Ακριβώς από κάτω εκτείνεται η κεντρική παραλία της Χερσονήσου. Κατά την τουριστική περίοδο αναχωρούν από το λιμάνι εκδρομικά σκάφη προς τις ακτές της περιοχής και, ανάλογα με τα προγραμματισμένα δρομολόγια, προς τη Ντία. Ανατολικότερα συναντώνται οι πολυσύχναστες παραλίες της Ανατολικής Χερσονήσου και οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες. Προς το ακρωτήριο Δράπανο η δόμηση σταδιακά αραιώνει. Στην ίδια περιοχή λειτουργεί το Υπαίθριο Μουσείο Λυχνοστάτης, αφιερωμένο στην παραδοσιακή ζωή, τη λαϊκή αρχιτεκτονική και τις παλιές ασχολίες της Κρήτης. Ιστορία Η περιοχή κατοικείται τουλάχιστον από τη Μινωική Περίοδο. Ίχνη μινωικών εγκαταστάσεων έχουν εντοπιστεί στο Καστρί και στον Ανισαρά, ενώ η φυσικά προστατευμένη θέση του λιμανιού ευνόησε τη διαχρονική ανάπτυξη του οικισμού. Κατά την Κλασική και την Ελληνιστική Περίοδο αναπτύχθηκε εδώ η αρχαία Χερρόνησος, μια σημαντική λιμενική πόλη που συνδέθηκε στενά και αργότερα πολιτικά με την ισχυρή πόλη της Λύττου. Η Χερρόνησος έκοβε δικά της νομίσματα, συχνά με ναυτικά σύμβολα, γεγονός που φανερώνει τη στενή σχέση της με τη θάλασσα και το εμπόριο. Στο Καστρί έχουν βρεθεί κατάλοιπα αρχαιότερων κτιρίων και ενός πιθανού ιερού της Αρτέμιδος Βριτομάρτιδος, καθώς και νομίσματα, αγγεία και ειδώλια. Τμήματα των αρχαίων οχυρώσεων διακρίνονται ακόμη γύρω από τον λόφο. Στην ευρύτερη περιοχή έχει επίσης ανασκαφεί νεκροταφείο με αγγεία, κοσμήματα και νομίσματα. Η Χερρόνησος γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο. Διέθετε οργανωμένο λιμάνι, θέατρο, λουτρικές εγκαταστάσεις, δεξαμενές και άλλα δημόσια κτίρια. Το αρχαίο θέατρο δεν διατηρείται, καθώς μεγάλο μέρος του οικοδομικού υλικού του χρησιμοποιήθηκε σε μεταγενέστερες κατασκευές. Κοντά στον παραλιακό δρόμο σώζεται ο Σαρακηνός, ρωμαϊκό οικοδόμημα με ψηφιδωτή διακόσμηση, το οποίο θεωρείται ότι αποτελούσε μνημειακή κρήνη. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η Χερσόνησος παρέμεινε σημαντικό αστικό και εκκλησιαστικό κέντρο. Η τρίκλιτη βασιλική στο Καστρί, μία από τις μεγαλύτερες της Κρήτης, κτίστηκε στα τέλη του 5ου αιώνα πάνω σε αρχαιότερα κτίρια. Ακολουθούσε αρχιτεκτονικά πρότυπα της Ανατολικής Μεσογείου και ήταν διακοσμημένη με ψηφιδωτά δάπεδα, τμήματα των οποίων διατηρούνται. Μια δεύτερη σημαντική παλαιοχριστιανική βασιλική έχει εντοπιστεί περίπου 2 χλμ. ανατολικά του λιμανιού, στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγίου Νικολάου. Τμήμα των καταλοίπων βρίσκεται πολύ κοντά στη θάλασσα, ενώ διατηρούνται αξιόλογα ψηφιδωτά δάπεδα με γεωμετρικά, φυτικά και ζωικά θέματα. Κατά την Οθωμανική Περίοδο το λιμάνι χρησιμοποιήθηκε για τη διακίνηση προϊόντων της επαρχίας Πεδιάδας, κυρίως ελαιολάδου και χαρουπιών, ενώ σε περιόδους επαναστάσεων εξυπηρέτησε και τον ανεφοδιασμό των επαναστατών. [widgetkit id=1351] {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Αρχάνες

Αρχάνες

Οι Αρχάνες είναι μια όμορφη κωμόπολη της επαρχίας Τεμένους, κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 380 μέτρων, μέσα σε μια εύφορη λεκάνη ανάμεσα στον Γιούχτα και την Κεφάλα. Ο οικισμός απέχει περίπου 14 χλμ. από την πόλη του Ηρακλείου και μόλις 7 χλμ. από το μινωικό ανάκτορο της Κνωσού. Την κοιλάδα διαρρέει ο ποταμός Καίρατος, τα νερά του οποίου συνεχίζουν προς το Κνωσανό Φαράγγι και εκβάλλουν στην περιοχή του Κατσαμπά. Οι Αρχάνες ξεχωρίζουν για τα αναπαλαιωμένα πολύχρωμα σπίτια, τα νεοκλασικά κτίρια, τις αυλές και τα στενά δρομάκια τους. Το 2000 ο οικισμός απέσπασε σημαντική διάκριση στον ευρωπαϊκό διαγωνισμό αναβάθμισης χωριών, ως παράδειγμα ολοκληρωμένης και αειφόρου ανάπτυξης με σεβασμό στην αρχιτεκτονική κληρονομιά. Στον οικισμό λειτουργούν μικρά μουσεία και συλλογές, μέσα από τα οποία παρουσιάζεται η μακραίωνη ιστορία της περιοχής, από τη Μινωική και τη Βυζαντινή Περίοδο μέχρι τη νεότερη λαϊκή παράδοση. Οι παραδοσιακές κατοικίες, τα δημόσια κτίρια και οι πολυάριθμοι ναοί συμπληρώνουν την εικόνα ενός από τους καλύτερα διατηρημένους ιστορικούς οικισμούς της Κρήτης. Η κεντρική πλατεία αποτελεί το ζωντανότερο σημείο των Αρχανών, με καφενεία και ταβέρνες που προσφέρουν τοπικούς μεζέδες και παραδοσιακή κρητική κουζίνα. Ιδιαίτερα γνωστό είναι το κρασί των Αρχανών, καθώς η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοποίηση έχουν βαθιές ρίζες στην περιοχή. Σε παλιά λιοτρίβια, φάμπρικες και πατητήρια διατηρούνται στοιχεία από τον τρόπο με τον οποίο παράγονταν παλαιότερα το ελαιόλαδο και το κρασί. Στη μινωική αγρέπαυλη του Βαθυπέτρου, νότια των Αρχανών, έχει αποκαλυφθεί ένα από τα αρχαιότερα σωζόμενα μινωικά πατητήρια της Κρήτης, το οποίο μαρτυρεί τη μακρά παράδοση της περιοχής στην παραγωγή κρασιού. Το καλοκαίρι διοργανώνονται πολιτιστικές και αγροτικές εκδηλώσεις, αρκετές από τις οποίες συνδέονται με τον τρύγο, το κρασί και τα προϊόντα της κρητικής γης. Οι εκδηλώσεις και τα τοπικά πανηγύρια προσφέρουν στον επισκέπτη την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα τις παραδόσεις και την καθημερινή ζωή των κατοίκων. Η περιοχή προσφέρει πολλές επιλογές για περιήγηση στη φύση. Δυτικά των Αρχανών υψώνεται ο Γιούχτας, το ιερό βουνό της μινωικής Κρήτης, με ψηλότερη κορυφή στα 811 μέτρα. Το σχήμα του βουνού θυμίζει ανθρώπινο πρόσωπο σε ύπτια θέση και συνδέθηκε με την παράδοση σύμφωνα με την οποία εδώ βρισκόταν ο τάφος του Δία. Στον Γιούχτα υπάρχουν σηματοδοτημένες πεζοπορικές διαδρομές, σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα, το μινωικό ιερό κορυφής και ο ναός του Αφέντη Χριστού. Ο περιπατητής μπορεί επίσης να ακολουθήσει τμήματα του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4 προς τη Μυρτιά ή τη διαδρομή προς τον Προφήτη Ηλία. Άλλες ενδιαφέρουσες επιλογές είναι η διάσχιση του Αρχανιώτικου ή Κνωσανού Φαραγγιού και η επίσκεψη στον κατάφυτο λόφο του Φουρνιού. Εκεί βρίσκεται το όμορφο δάσος του Φουρνιού και μία από τις σημαντικότερες μινωικές νεκροπόλεις, η νεκρόπολη του Φουρνιού. [widgetkit id=1344] {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Αγία Γαλήνη

Αγία Γαλήνη

Η Αγία Γαλήνη είναι ένα από τα γνωστότερα παραθαλάσσια θέρετρα της νότιας Κρήτης, κτισμένο στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, περίπου 61 χλμ. νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου και 68 χλμ. νοτιοδυτικά του Ηρακλείου. Οι παραλίες της Αγίας Γαλήνης, το γραφικό λιμανάκι και τα ανηφορικά σοκάκια με τις ταβέρνες και τα μικρά καταστήματα προσελκύουν πολλούς επισκέπτες. Πριν από την τουριστική ανάπτυξη των δεκαετιών του 1960 και του 1970, η Αγία Γαλήνη ήταν ένας μικρός παραθαλάσσιος οικισμός που λειτουργούσε ως επίνειο για τις κοντινές Μέλαμπες. Κατά τη δεκαετία του 1960 η Αγία Γαλήνη έγινε αγαπημένος προορισμός των περιηγητών και των χίπις που αναζητούσαν ήσυχα μέρη στη νότια Κρήτη. Αρκετοί από εκείνους τους πρώτους επισκέπτες εξακολούθησαν να επιστρέφουν για πολλά χρόνια, συμβάλλοντας στη διεθνή φήμη του οικισμού. Σήμερα η Αγία Γαλήνη διαθέτει καταλύματα, εστιατόρια, καφετέριες και τις βασικές υπηρεσίες που χρειάζονται οι επισκέπτες. Είναι αμφιθεατρικά κτισμένη στις πλαγιές του Λαβραστού, προσφέροντας όμορφη θέα προς τον κόλπο της Μεσαράς και το Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Ανατολικά του οικισμού εκβάλλει ο ποταμός Πλατύς, γνωστός και ως Αμαριανός, ο οποίος διαρρέει την κοιλάδα του Αμαρίου. Βορειότερα υψώνονται οι νότιες παρυφές του Ψηλορείτη, με τις απότομες πλαγιές και τα παραδοσιακά χωριά τους. Στη βραχώδη ακτογραμμή δυτικά της Αγίας Γαλήνης σχηματίζονται μικρές σπηλιές και απομονωμένοι όρμοι, πολλοί από τους οποίους είναι προσιτοί κυρίως από τη θάλασσα. Μία από αυτές είναι γνωστή ως σπηλιά του Δαίδαλου, καθώς η τοπική παράδοση τη συνδέει με τον μυθικό τεχνίτη Δαίδαλο. Κατά την τουριστική περίοδο αναχωρούν από το λιμάνι εκδρομικά σκάφη προς γειτονικές ακτές και παραλίες, ανάλογα με τα διαθέσιμα δρομολόγια και τις καιρικές συνθήκες. Ανάμεσα στους δημοφιλείς προορισμούς συγκαταλέγονται ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Παύλος και τα νησιά Παξιμάδια. Στη νότια πλευρά του ανατολικού νησιού σχηματίζεται μια μικρή προστατευμένη παραλία με βότσαλα και καθαρά νερά. Ιστορία Στη θέση της σημερινής Αγίας Γαλήνης βρισκόταν η αρχαία Σουλία, η οποία χρησίμευε ως επίνειο της Σίβρυτου. Η αρχαία Σίβρυτος βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Θρόνου Αμαρίου και επικοινωνούσε μέσω της κοιλάδας του Πλατύ με το λιμάνι της στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έχουν αποκαλύψει αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, κίονες και ίχνη ιερού που αποδίδεται στη θεά Άρτεμη. Στον θαλάσσιο χώρο της Αγίας Γαλήνης έχει επίσης εντοπιστεί ρωμαϊκό ναυάγιο του ύστερου 3ου αιώνα μ.Χ. Από την περιοχή του ναυαγίου προέρχονται χάλκινα ειδώλια, λυχνάρια, προτομές και άλλα αντικείμενα, ορισμένα από τα οποία φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ρεθύμνου. Η αρχαία Σουλία φαίνεται ότι παρήκμασε ή καταστράφηκε κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών και της κατάκτησης της Κρήτης στις αρχές του 9ου αιώνα. Κατά τους χριστιανικούς χρόνους ιδρύθηκε στην περιοχή η Μονή του Γαλήνιου Χριστού, πιθανώς κοντά στα κατάλοιπα του αρχαίου ιερού. Στο νεκροταφείο, λίγο έξω από τον οικισμό, σώζεται ο παλιός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ο οποίος συνδέεται με τη μονή. Στον ψηλό βράχο δυτικά του λιμανιού βρίσκεται το σύγχρονο μνημείο του Δαίδαλου και του Ίκαρου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, από αυτό το σημείο ξεκίνησαν τη μυθική πτήση τους για να ξεφύγουν από τον βασιλιά Μίνωα. Για την προέλευση της ονομασίας Αγία Γαλήνη υπάρχουν διαφορετικές παραδόσεις. Η γνωστότερη αναφέρεται σε μια βυζαντινή πριγκίπισσα, η οποία ταξίδευε προς τους Αγίους Τόπους και σώθηκε από θαλασσοταραχή όταν το πλοίο της κατέφυγε στον προστατευμένο όρμο. Σύμφωνα με την παράδοση, έκτισε ως ευχαριστία ναό αφιερωμένο στην Παναγία και τον ονόμασε Παναγία Γαλήνη. Μια διαφορετική ερμηνεία συνδέει την ονομασία με τη φράση «αεί γαλήνη», δηλαδή πάντοτε γαλήνια θάλασσα. Σε παλαιότερες πηγές και χάρτες συναντάται επίσης η ονομασία Άγιος Γαλήνης. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν θεωρείται απολύτως τεκμηριωμένη, αποτελούν όμως μέρος της τοπικής παράδοσης. Η οδική πρόσβαση στην Αγία Γαλήνη γίνεται από το Ρέθυμνο μέσω Σπηλίου και από το Ηράκλειο μέσω Τυμπακίου. [widgetkit id=1346]

Περισσότερα...

Πλακιάς

Πλακιάς

Ο Πλακιάς είναι ένα δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, περίπου 36 χλμ. νότια του Ρεθύμνου, σε μια εύφορη κοιλάδα που καταλήγει στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Η κοιλάδα διασχίζεται από τον ποταμό Κοτσυφό, ο οποίος πηγάζει από τα βουνά της περιοχής και εκβάλλει κοντά στον οικισμό. Ο σημερινός Πλακιάς άρχισε να αναπτύσσεται ως μικρός παραθαλάσσιος οικισμός στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Τις επόμενες δεκαετίες εξελίχθηκε σε ένα από τα γνωστότερα τουριστικά κέντρα της νότιας ακτής του Ρεθύμνου. Κατά τη δεκαετία του 1960 οι παραλίες της Γιαλιάς, όπως είναι γνωστό το μεγάλο παραλιακό μέτωπο της περιοχής, έγιναν αγαπημένος προορισμός των χίπις και των ανεξάρτητων ταξιδιωτών. Σήμερα ο Πλακιάς αποτελεί οργανωμένο θέρετρο και καλή βάση για την εξερεύνηση της νότιας Κρήτης. Τι θα δείτε στον Πλακιά Σε μικρή απόσταση βρίσκονται τα ορεινά χωριά Μύρθιος, Σελλιά και Ασώματος, τα οποία διατηρούν στοιχεία της παραδοσιακής τους αρχιτεκτονικής και προσφέρουν πανοραμική θέα προς τον κόλπο του Πλακιά. Στην ευρύτερη περιοχή μπορείτε επίσης να επισκεφτείτε την παραλία και το φοινικόδασος του Πρέβελη, τα μοναστήρια της περιοχής και τα φαράγγια του Κοτσυφού και του Κουρταλιώτη. Ο Πλακιάς διαθέτει πολλές επιλογές διαμονής και εστίασης, καταστήματα, οργανωμένες παραλίες και κέντρα θαλάσσιων δραστηριοτήτων και καταδύσεων. Το μικρό λιμάνι εξυπηρετεί αλιευτικά και εκδρομικά σκάφη, ενώ η μεγάλη παραλία εκτείνεται ανατολικά του οικισμού μέχρι τον επιβλητικό βράχο του Παλίγκρεμνου. Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία της περιοχής είναι ο παλιός νερόμυλος στην κοιλάδα του Κοτσυφού, περίπου 1,5 χλμ. από τον οικισμό. Η διαδρομή ακολουθεί το ποτάμι μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο με πλατάνια και άλλα υδρόφιλα φυτά. Στην ανατολική άκρη της παραλίας του Πλακιά ορθώνεται ο εντυπωσιακός ασβεστολιθικός βράχος του Παλίγκρεμνου. Η θέση είναι γνωστή και ως Γονατές, καθώς σύμφωνα με την τοπική παράδοση εδώ γονάτισε ο Διγενής Ακρίτας για να πιει νερό από μια πηγή. Στη βάση του βράχου διατηρούνται οι στοές μεταφοράς λιγνίτη του Πλακιά. Ο λιγνίτης μεταφερόταν από τα κοιτάσματα κοντά στη Μύρθιο με μικρά βαγόνια επάνω σε σιδηροδρομική γραμμή τύπου Decauville και φορτωνόταν σε πλοία στην ανατολική πλευρά του κόλπου. Η εκμετάλλευση δεν αποδείχθηκε οικονομικά βιώσιμη και εγκαταλείφθηκε. Κατά τη Γερμανική Κατοχή οι εγκαταστάσεις τροποποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για τον ανεφοδιασμό υποβρυχίων. Στον Πλακιά βρίσκεται επίσης ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, κτισμένος στη θέση παλαιότερου θρησκευτικού κτίσματος. Μια τοπική παράδοση αναφέρει ότι δύο κοπέλες κατέφυγαν κάποτε στον ναό για να σωθούν από πειρατές. Όταν οι πειρατές περίμεναν στην είσοδο, άνοιξε θαυματουργικά ο νότιος τοίχος και οι κοπέλες διέφυγαν στον γειτονικό ελαιώνα. Ιστορικά στοιχεία Ο σημερινός Πλακιάς δημιουργήθηκε από οικογένειες ψαράδων και κατοίκων των Σελλιών που εγκαταστάθηκαν σταδιακά κοντά στην ακτή. Τα ορεινά χωριά Σελλιά και Μύρθιος είναι πολύ παλαιότερα, ενώ στην περιοχή διατηρούνται ίχνη παλιών δρόμων και γεφυριών που διευκόλυναν την επικοινωνία τους με την παραλία. Παρότι ο σύγχρονος οικισμός είναι σχετικά νέος, η περιοχή κατοικούνταν ήδη κατά την αρχαιότητα. Έχουν εντοπιστεί ευρήματα κυρίως των ρωμαϊκών χρόνων, καθώς και ορισμένες ενδείξεις παλαιότερης κατοίκησης. Έχει προταθεί η ταύτιση της περιοχής με την αρχαία Λάμωνα ή με τον Φοίνικα των Λαππαίων, χωρίς όμως να υπάρχει οριστική αρχαιολογική επιβεβαίωση. Κοντά στη Ζωοδόχο Πηγή έχει εντοπιστεί εκτεταμένη αρχαία νεκρόπολη με πολλούς τάφους. Από αρκετούς απουσιάζουν οι μεγάλες καλυπτήριες πλάκες, οι οποίες πιθανότατα αφαιρέθηκαν και επαναχρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό. Μια εκδοχή αποδίδει την ονομασία Πλακιάς στις πολυάριθμες αυτές πλάκες, ενώ μια άλλη τη συνδέει με τις φυσικές πέτρινες πλάκες της ακτής. [widgetkit id=1348]

Περισσότερα...

Γεωργιούπολη

Γεωργιούπολη

Η Γεωργιούπολη είναι ένα δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο της επαρχίας Αποκορώνου, περίπου 38 χλμ. ανατολικά των Χανίων και 21 χλμ. δυτικά του Ρεθύμνου. Η μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη είναι κτισμένη στον μυχό του κόλπου του Αλμυρού, μέσα σε μια εύφορη και καταπράσινη πεδιάδα με ποτάμια, πηγές και υγροτοπικές εκτάσεις. Η οικονομία της περιοχής στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, αλλά η γεωργία και η μελισσοκομία εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές παραδοσιακές δραστηριότητες. Ο ποταμός Αλμυρός εκβάλλει δίπλα στον οικισμό, αφού προηγουμένως σχηματίσει έναν αξιόλογο υγρότοπο με πλούσια βλάστηση και σημαντική ορνιθοπανίδα. Τα νερά του ποταμού και των γύρω πηγών διατηρούν την πεδιάδα καταπράσινη ακόμη και κατά τους θερμότερους μήνες. Χαρακτηριστική εικόνα της Γεωργιούπολης αποτελούν ο κεντρικός δρόμος και η πλατεία με τους μεγάλους ευκαλύπτους. Γύρω από την πλατεία λειτουργούν ταβέρνες, καφετέριες και μικρά καταστήματα, ενώ κοντά στις εκβολές του Αλμυρού βρίσκεται το γραφικό αλιευτικό λιμάνι. Το γνωστότερο αξιοθέατο του οικισμού είναι το κάτασπρο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Ο ναός ήταν αρχικά κτισμένος πάνω σε μια μικρή βραχονησίδα, η οποία ενώθηκε αργότερα με την ξηρά μέσω ενός μακριού πετρόκτιστου μόλου. Από μακριά το εκκλησάκι μοιάζει να επιπλέει μέσα στη θάλασσα και αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπία της βόρειας Κρήτης. Ανατολικά του οικισμού εκτείνεται η μεγάλη αμμώδης παραλία της Γεωργιούπολης, η οποία συνεχίζεται προς τον Καβρό και την περιοχή του Κουρνά. Το μήκος της, τα ρηχά νερά και οι οργανωμένες υποδομές την έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή σε οικογένειες και επισκέπτες της περιοχής. Σύντομη ιστορία Η περιοχή κατοικείται από την προϊστορική εποχή, όπως δείχνουν τα μινωικά ευρήματα και ο τάφος που έχει εντοπιστεί στον λόφο Κάστελλος. Στον λόφο του Βένου ή Κεφάλα αναπτύχθηκε αργότερα η αρχαία Αμφιμάλλα ή Αμφιμάλιον, η οποία θεωρείται ότι αποτελούσε επίνειο της αρχαίας Λάππας, στη θέση της σημερινής Αργυρούπολης. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν βρεθεί αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και λατρευτικά αντικείμενα που μαρτυρούν τη σημασία της κατά την αρχαιότητα. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο ανέπτυξε εδώ σημαντική δράση ο Όσιος Ιωάννης ο Ξένος, ο οποίος συνδέεται με την ίδρυση της Μονής του Αγίου Γεωργίου στα κοντινά Δράμια και με την ανάπτυξη της αμπελουργίας και της μελισσοκομίας. Στις αρχές του 13ου αιώνα οι Ενετοί, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία του κόλπου και της εύφορης πεδιάδας, έκτισαν δύο μικρά φρούρια. Ήταν γνωστά ως Καστελλάκια ή Παλιοκάστελα και στις ενετικές πηγές ως Castello dell’Almiro. Τουλάχιστον ένα από αυτά διατηρήθηκε κατά την Οθωμανική Περίοδο, μέχρι την καταστροφή του από Κρήτες επαναστάτες το 1821. Οι Οθωμανοί δεν το ανοικοδόμησαν. Η δημιουργία του σημερινού οικισμού άρχισε ουσιαστικά το 1880, όταν ο Μιλτιάδης Παπαδογιαννάκης εγκαταστάθηκε στην περιοχή και ξεκίνησε προσπάθειες αποξήρανσης των ελών και μετατροπής τους σε καλλιεργήσιμη γη. Ο νέος οικισμός ονομάστηκε αρχικά Αρμυρούπολη ή Αλμυρούπολη, από τον ποταμό Αλμυρό, και άρχισε να προσελκύει περισσότερους κατοίκους από το 1893. Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του οικισμού φυτεύτηκαν εκατοντάδες ευκάλυπτοι και άλλα δέντρα, αρκετά από τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Το 1899 η Αρμυρούπολη μετονομάστηκε σε Γεωργιούπολη, προς τιμήν του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδας, ο οποίος ήταν ο πρώτος Ύπατος Αρμοστής της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας από το 1898 έως το 1906. [widgetkit id=1347]

Περισσότερα...

Μακρύγιαλος

Μακρύγιαλος

Ο Μακρύγιαλος είναι ένα από τα γνωστότερα παραθαλάσσια θέρετρα της νοτιοανατολικής Κρήτης, περίπου 58 χλμ. νοτιοανατολικά του Αγίου Νικολάου και 23 χλμ. ανατολικά της Ιεράπετρας. Βρίσκεται στην επαρχία Σητείας, στην περιφέρεια της κοινότητας Αγίου Στεφάνου, σε μια προστατευμένη περιοχή του Νότιου Κρητικού Πελάγους. Ο οικισμός εκτείνεται κατά μήκος μιας μεγάλης αμμώδους παραλίας, από την οποία προέρχεται και η ονομασία του, και διαθέτει ένα γραφικό λιμανάκι με ψαρόβαρκες και μικρά σκάφη. Ο σημερινός Μακρύγιαλος αποτελείται ουσιαστικά από δύο παλαιότερους γειτονικούς οικισμούς, τον Μακρύγιαλο γύρω από το λιμάνι και την Ανάληψη ανατολικότερα, οι οποίοι έχουν πλέον ενωθεί. Από έναν μικρό και απομονωμένο παραθαλάσσιο οικισμό της δεκαετίας του 1950, όταν το οδικό δίκτυο της περιοχής ήταν ακόμη υποτυπώδες, εξελίχθηκε σταδιακά στο σημαντικότερο τουριστικό κέντρο της νοτιοανατολικής Κρήτης. Κατά μήκος της παραλιακής ζώνης λειτουργούν καταλύματα, ταβέρνες, εστιατόρια, καφετέριες και καταστήματα. Η μεγάλη παραλία του Μακρύγιαλου έχει λεπτή άμμο και συνήθως ήρεμα, ρηχά νερά, καθώς προστατεύεται από τους βόρειους ανέμους. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σε οικογένειες. Σε μικρή απόσταση από τον οικισμό βρίσκεται η έξοδος του καταπράσινου φαραγγιού των Πεύκων. Το φαράγγι ξεκινά νότια από το παραδοσιακό χωριό Πεύκοι και καταλήγει κοντά στον οικισμό Άσπρος Ποταμός, περίπου 2 χλμ. βόρεια από τον Μακρύγιαλο. Η διαδρομή περνά ανάμεσα από πεύκα, βραχώδεις σχηματισμούς και παλιούς νερόμυλους. Η περιοχή παρουσιάζει σημαντικό αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Στη θέση Πλακάκια, δυτικά του οικισμού, έχει ανασκαφεί μινωική αγροτική έπαυλη της Νεοανακτορικής Περιόδου, κτισμένη με αρχιτεκτονικά στοιχεία που θυμίζουν μικρό μινωικό ανάκτορο. Πάνω από το σημερινό λιμάνι, στη θέση Κατωβίγλι, διατηρούνται τα κατάλοιπα της ρωμαϊκής έπαυλης του Μακρύγιαλου, η οποία ανασκάφηκε το 1977. Το πολυτελές συγκρότημα αναπτυσσόταν γύρω από μια μακρόστενη αυλή και περιλάμβανε δεκάδες χώρους, λουτρικές εγκαταστάσεις, μαρμάρινες επενδύσεις και ψηφιδωτά δάπεδα. Ο Μακρύγιαλος αποτελεί επίσης καλή αφετηρία για την εξερεύνηση των παραλιών της νοτιοανατολικής Κρήτης, των παραδοσιακών ορεινών χωριών της επαρχίας Σητείας, του φαραγγιού του Ορεινού και της Μονής Καψά. {loadposition nearestplaces}

Περισσότερα...

Ανώγεια

Ανώγεια

Τα Ανώγεια είναι μία από τις ιστορικότερες ορεινές κωμοπόλεις της Κρήτης, στενά συνδεδεμένη με τον Ψηλορείτη, την κτηνοτροφική παράδοση, τη μουσική και τους αγώνες για την ελευθερία. Τα Ανώγεια βρίσκονται στην επαρχία Μυλοποτάμου, περίπου 36 χλμ. δυτικά του Ηρακλείου και 52 χλμ. νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου, σε υψόμετρο περίπου 750 μέτρων. Είναι κτισμένα σε διαδοχικά επίπεδα πάνω στη ράχη Αρμί, στις βόρειες πλαγιές του Ψηλορείτη. Το όνομά τους συνδέεται με την ορεινή, «ανώγεια» θέση του οικισμού. Η ζωή των Ανωγειανών παραμένει στενά δεμένη με το βουνό. Η κτηνοτροφία, η τυροκομία, η υφαντική και άλλες παραδοσιακές δραστηριότητες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομίας και ταυτότητας. Στις πλατείες, στα καφενεία και στις ταβέρνες του χωριού ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει την τοπική κουζίνα, τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά και τη φημισμένη μουσική παράδοση των Ανωγείων. Αξιοθέατα και πολιτισμός Στον οικισμό αξίζει να επισκεφτείτε τις παλιές εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Δημητρίου, της Κοίμησης της Θεοτόκου και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στον τελευταίο ναό σώζονται τοιχογραφίες των αρχών του 14ου αιώνα, παρά τις φθορές που έχουν υποστεί. Τα Ανώγεια έχουν προσφέρει πολλά στη μουσική και στον πολιτισμό της Κρήτης. Από εδώ κατάγονται σημαντικοί λυράρηδες, τραγουδιστές και ποιητές, με γνωστότερο τον Νίκο Ξυλούρη, τον «Αρχάγγελο της Κρήτης». Το σπίτι του Νίκου Ξυλούρη βρίσκεται στη γειτονιά Περαχώρι. Στην περιοχή διοργανώνονται επίσης τα Υακίνθεια, πολιτιστικές εκδηλώσεις αφιερωμένες στη μουσική, την ποίηση και τη συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων. Η υφαντική αποτελεί ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι της τοπικής κληρονομιάς. Παραδοσιακά υφαντά με χαρακτηριστικά γεωμετρικά σχέδια εξακολουθούν να κατασκευάζονται στα Ανώγεια και διατίθενται σε εργαστήρια και καταστήματα του οικισμού. Ο Ψηλορείτης και η Νίδα Τα Ανώγεια αποτελούν μία από τις κυριότερες πύλες προς τον Ψηλορείτη. Από εδώ ξεκινά ο δρόμος για το Οροπέδιο της Νίδας, τα πετρόκτιστα μητάτα των βοσκών και το Ιδαίο Άντρο, το σπήλαιο όπου, σύμφωνα με μία από τις γνωστότερες εκδοχές της αρχαίας παράδοσης, ανατράφηκε ο Δίας. Στη διαδρομή βρίσκεται η Ζώμινθος, ένα σημαντικό μινωικό ορεινό συγκρότημα που συνδεόταν με τη διαχείριση της κτηνοτροφικής και αγροτικής παραγωγής, αλλά και με τη διαδρομή προς το Ιδαίο Άντρο. Το ορεινό τοπίο γύρω από τα Ανώγεια προσφέρεται επίσης για πεζοπορία και γνωριμία με τη φύση και την ποιμενική παράδοση του Ψηλορείτη. Ιστορία Η ευρύτερη περιοχή των Ανωγείων είχε ιδιαίτερη λατρευτική και οικονομική σημασία ήδη από τη μινωική εποχή, όπως μαρτυρούν το Ιδαίο Άντρο και η Ζώμινθος. Η ακριβής εποχή ίδρυσης του σημερινού οικισμού δεν έχει εξακριβωθεί. Ορισμένες παραδόσεις τοποθετούν τη δημιουργία του κατά τη Δεύτερη Βυζαντινή Περίοδο, ενώ ασφαλέστερες γραπτές μαρτυρίες για τα Ανώγεια προέρχονται από τις ενετικές απογραφές του 16ου αιώνα. Κατά την Οθωμανική Περίοδο τα Ανώγεια συμμετείχαν ενεργά στις κρητικές επαναστάσεις. Η ορεινή θέση τους πρόσφερε καταφύγιο στους επαναστάτες, αλλά προκάλεσε και σκληρά αντίποινα. Το χωριό καταστράφηκε το 1822 και ξανά το 1867. Κατά τη Γερμανική Κατοχή τα Ανώγεια αποτέλεσαν σημαντικό κέντρο της κρητικής αντίστασης. Στην περιοχή δραστηριοποιήθηκαν αντιστασιακές οργανώσεις, φιλοξενήθηκαν αντάρτες και Βρετανοί σύνδεσμοι, ενώ από το χωριό πέρασαν και οι απαγωγείς του Γερμανού στρατηγού Χάινριχ Κράιπε. Στις 13 Αυγούστου 1944 εκδόθηκε από τον στρατηγό Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ η διαταγή για την ολοκληρωτική καταστροφή των Ανωγείων. Μεταξύ των αιτιών που επικαλέστηκε η διαταγή ήταν η υποστήριξη της αντίστασης, η φιλοξενία ανταρτών, τα γεγονότα στη Δαμάστα και η σύνδεση του χωριού με την απαγωγή Κράιπε. Οι γερμανικές δυνάμεις εκτέλεσαν κατοίκους, λεηλάτησαν τα σπίτια και κατέστρεψαν σχεδόν ολόκληρο τον οικισμό. Η καταστροφή συνεχίστηκε έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 και έμεινε γνωστή ως το τρίτο Ολοκαύτωμα των Ανωγείων. [widgetkit id=1354]

Περισσότερα...

Νεάπολη

Νεάπολη

Η Νεάπολη είναι μια ιστορική κωμόπολη της επαρχίας Μεραμπέλλου, κτισμένη σε μια εύφορη κοιλάδα με πυκνούς ελαιώνες, παλιές εκκλησίες, νεοκλασικά κτίρια και όμορφους κήπους. Η Νεάπολη βρίσκεται περίπου 54 χλμ. ανατολικά του Ηρακλείου και 15 χλμ. δυτικά του Αγίου Νικολάου, στην καταπράσινη Σκάφη του Μεραμπέλλου. Η θέση της πάνω στο φυσικό πέρασμα που συνδέει την κεντρική με την ανατολική Κρήτη συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική και διοικητική ανάπτυξή της. Κατά την Ενετοκρατία η περιοχή συνδεόταν με έναν μικρό οικισμό που αναφέρεται ως Καρές, ενώ ο νεότερος οικισμός έγινε γνωστός ως Καινούργιο Χωριό ή Καινό Χωριό. Η ονομασία καταγράφεται ήδη σε ενετικές πηγές του 16ου αιώνα. Το 1868 ο Αδοσίδης Πασάς εγκατέστησε εδώ τη διοίκηση του Λασιθίου και ονόμασε τον οικισμό Νεάπολη. Η πόλη παρέμεινε πρωτεύουσα του Λασιθίου έως το 1904, όταν η διοικητική έδρα μεταφέρθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Περιήγηση στη Νεάπολη Το διοικητικό παρελθόν της Νεάπολης αποτυπώνεται στα παλιά δημόσια και νεοκλασικά κτίριά της, όπως το Πρωτοδικείο, το παλιό Γυμνάσιο, το Νοσοκομείο και τα κτίρια της Μητρόπολης Πέτρας και Χερρονήσου. Το Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Νεάπολης στεγάζεται στο κτίριο του πρώτου Γυμνασίου και παρουσιάζει την καθημερινή ζωή, την ιστορία και τις παραδόσεις του Απάνω Μεραμπέλλου. Στην πόλη λειτουργεί επίσης η Ηλιάκειος Δημοτική Βιβλιοθήκη. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει ο επιβλητικός μητροπολιτικός ναός της Μεγάλης Παναγίας, ο μεγαλύτερος ναός της ανατολικής Κρήτης. Γύρω από την πλατεία υπάρχουν καφενεία και καταστήματα, όπου μπορείτε να δοκιμάσετε και τη γνωστή σουμάδα, το γλυκό παραδοσιακό ποτό που παρασκευάζεται από αμύγδαλα και προσφέρεται σε γιορτές και χαρές. Αξίζει επίσης να περπατήσετε στα στενά της συνοικίας του Αγίου Δημητρίου, να δείτε το παλιό υδραγωγείο και τον πύργο του Μασλούμ Καρακάση, γνωστό στους ντόπιους και ως Σεράι του Αδοσίδη Πασά. Σε μικρή απόσταση νοτιοδυτικά της πόλης βρίσκεται το δάσος του Πασχαλίγο, ένα καταπράσινο τοπίο με τρεχούμενα νερά και ερείπια νερόμυλων. Εκεί σώζονται και κατάλοιπα από τον πύργο του Βενετού φεουδάρχη Φίλιππου Pasqualigo. Κοντά στη Νεάπολη βρίσκεται και ο ναός του Αγίου Γεωργίου του Καταματωμένου. Η ονομασία του συνδέεται με την τοπική παράδοση, σύμφωνα με την οποία το 1770, την περίοδο της επανάστασης του Δασκαλογιάννη, οθωμανικές δυνάμεις σκότωσαν μέσα στον ναό τον ιερέα και πιστούς που παρακολουθούσαν τον εσπερινό. Η αρχαία Δρήρος Περίπου 2 χλμ. βορειοανατολικά της Νεάπολης, στο όρος Κάδιστος και κοντά στον Άγιο Αντώνιο, βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Δρήρου. Σημαντικότερο μνημείο της Δρήρου είναι ο ναός του Απόλλωνα Δελφινίου ή Πυθίου, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς ελληνικούς ναούς. Στο εσωτερικό του βρέθηκε η περίφημη «Απολλώνια Τριάδα», τρία σφυρήλατα αγαλμάτια του 8ου αιώνα π.Χ. που ταυτίζονται με τον Απόλλωνα, την Άρτεμη και τη Λητώ. Τα αγαλμάτια εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Από τη Δρήρο προέρχονται επίσης σημαντικές επιγραφές με νομοθετικά κείμενα, ανάμεσα στα αρχαιότερα που έχουν σωθεί στον ελληνικό κόσμο. Η Μεγάλη Παναγία Η παλαιά μονή της Μεγάλης Παναγίας υπήρχε πριν από την οθωμανική κατάκτηση της ανατολικής Κρήτης. Το 1819 ο επίσκοπος Πέτρας Ιωακείμ Κλώντζας εξασφάλισε άδεια για την ανοικοδόμηση του παλιού καθολικού της Θεοτόκου. Τότε οικοδομήθηκε ο μικρός μονόχωρος ναός της Μεγάλης Παναγίας της Φερμαλίνας, ο οποίος σώζεται δίπλα στον σημερινό μητροπολιτικό ναό. Με την οικοδόμησή του συνδέεται η παράδοση της τριμελούς επιτροπής που ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει άδεια ανέγερσης. Σύμφωνα με την αφήγηση, τα μέλη της φυλακίστηκαν στο Ηράκλειο, αλλά σώθηκαν όταν ο δήμιος πέθανε λίγο πριν από την εκτέλεσή τους. Τους παραχωρήθηκε τότε άδεια να ανεγείρουν τον ναό μέσα σε σαράντα ημέρες. Οι κάτοικοι των γύρω επαρχιών βοήθησαν μαζικά και, κατά την παράδοση, μετέφεραν τις πέτρες από το λατομείο από χέρι σε χέρι. Ο σημερινός μεγάλος μητροπολιτικός ναός αποτελεί μεταγενέστερο οικοδόμημα. Θεμελιώθηκε το 1889, οικοδομήθηκε σταδιακά κατά τις επόμενες δεκαετίες και ολοκληρώθηκε το 1927. Δεν πρέπει επομένως να συγχέεται με τον μικρό ναό του 1819, στον οποίο αναφέρεται η παράδοση των σαράντα ημερών. [widgetkit id=1355]

Περισσότερα...

Χώρα Σφακίων

Χώρα Σφακίων

Η Χώρα Σφακίων, γνωστή και ως Σφακιά, είναι μια μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη και το κυριότερο λιμάνι της απομονωμένης και ορεινής επαρχίας Σφακίων. Η Χώρα Σφακίων βρίσκεται στη νότια ακτή της Κρήτης, περίπου 74 χλμ. νότια των Χανίων, κοντά στην έξοδο του φαραγγιού της Ίμπρου. Είναι το τουριστικό και συγκοινωνιακό κέντρο της ευρύτερης περιοχής και σημαντική αφετηρία για την εξερεύνηση των νότιων ακτών και των Λευκών Ορέων. Η κωμόπολη διαθέτει δύο μικρά λιμάνια. Από εδώ εκτελούνται, κυρίως κατά την τουριστική περίοδο, ακτοπλοϊκά δρομολόγια προς το γραφικό Λουτρό και την Αγία Ρουμέλη, όπου καταλήγει το φαράγγι της Σαμαριάς. Ανάλογα με την εποχή και το πρόγραμμα των πλοίων, υπάρχουν επίσης συνδέσεις με τη Σούγια, την Παλαιόχωρα και το νησί της Γαύδου. Οι επισκέπτες καλό είναι να ελέγχουν το ισχύον πρόγραμμα πριν από τη μετακίνησή τους. Στη Χώρα Σφακίων υπάρχουν ταβέρνες, καφέ, μικρά καταστήματα και διάφορες επιλογές διαμονής σε δωμάτια, στούντιο και διαμερίσματα. Διαθέτει επίσης βασικές υπηρεσίες για τους κατοίκους και τους επισκέπτες, καθώς και λεωφορειακή σύνδεση με τα Χανιά. Η τοπική οικονομία στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, την αλιεία, την κτηνοτροφία και την παραγωγή ελαιολάδου. Η κύρια παραλία του οικισμού είναι η Βρύση, η οποία βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Χώρας. Στην ευρύτερη περιοχή σχηματίζονται αρκετές ακόμη μικρές παραλίες με βότσαλα και καθαρά νερά, ενώ από το λιμάνι ξεκινά το παραλιακό τμήμα του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4 προς το Λουτρό και την Αγία Ρουμέλη. Ιστορία Η Χώρα Σφακίων αναπτύχθηκε ως επίνειο της ορεινής επαρχίας και γνώρισε σημαντική εμπορική δραστηριότητα κατά την Ενετοκρατία και την Οθωμανική Περίοδο. Οι Σφακιανοί διέθεταν μικρό στόλο και διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με άλλα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στην κωμόπολη και την ευρύτερη περιοχή υπήρχαν πολυάριθμες εκκλησίες. Η δυσπρόσιτη μορφολογία των Σφακίων και τα γειτονικά Λευκά Όρη ευνόησαν την ανάπτυξη επαναστατικών κινημάτων και πρόσφεραν καταφύγιο στους αγωνιστές κατά τις περιόδους ξένης κυριαρχίας. Η κοντινή Ανώπολη είναι η γενέτειρα του Ιωάννη Βλάχου, γνωστού ως Δασκαλογιάννη, ηγέτη της επανάστασης του 1770. Κατά τη Μάχη της Κρήτης το 1941, η Χώρα Σφακίων αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα σημεία αποχώρησης των συμμαχικών δυνάμεων προς την Αίγυπτο. Η περιοχή βομβαρδίστηκε έντονα και αρκετά κτίρια του οικισμού καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές. [widgetkit id=1356]

Περισσότερα...

Τυμπάκι

Τυμπάκι

Το Τυμπάκι είναι μια δραστήρια αγροτική κωμόπολη στην πεδιάδα της Μεσαράς και στην ιστορική επαρχία Πυργιώτισσας, κοντά σε σημαντικές παραλίες, υγροτόπους και αρχαιολογικούς χώρους. Το Τυμπάκι βρίσκεται περίπου 65 χλμ. νοτιοδυτικά του Ηρακλείου, στη δυτική πλευρά της πεδιάδας της Μεσαράς. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγροτικά κέντρα της νότιας Κρήτης, καθώς η εύφορη περιοχή καλύπτεται από ελαιώνες, κηπευτικές καλλιέργειες και θερμοκήπια. Μεγάλο μέρος της τοπικής παραγωγής διατίθεται στην ελληνική αγορά ή εξάγεται στο εξωτερικό. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η παραλία του Κόκκινου Πύργου, ενώ εύκολα προσεγγίζονται το μινωικό ανάκτορο της Φαιστού και η μινωική έπαυλη της Αγίας Τριάδας. Στο κέντρο της κωμόπολης ξεχωρίζει ο μεγάλος ναός του Αγίου Τίτου, γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται η εμπορική ζωή του οικισμού. Το Τυμπάκι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Η σημερινή μορφή του Τυμπακίου συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα της Γερμανικής Κατοχής. Στις αρχές του 1942 οι γερμανικές δυνάμεις διέταξαν την εκκένωση του οικισμού και ανάγκασαν τις οικογένειες να καταφύγουν στα γύρω χωριά. Το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών κατεδαφίστηκε και οικοδομικά υλικά χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του γειτονικού στρατιωτικού αεροδρομίου. Το αεροδρόμιο προοριζόταν να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις των δυνάμεων του Άξονα στη Βόρεια Αφρική και στη Μεσόγειο. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε καταναγκαστική εργασία κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, ενώ οι εγκαταστάσεις του αποτέλεσαν επανειλημμένα στόχο συμμαχικών βομβαρδισμών. Μετά τον πόλεμο το Τυμπάκι ανοικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αρχή, γεγονός που εξηγεί γιατί διατηρεί ελάχιστα παλαιότερα κτίρια. Γεροπόταμος και Καταλυκή Κοντά στο Τυμπάκι εκβάλλει ο Γεροπόταμος, ο σημαντικότερος ποταμός της πεδιάδας της Μεσαράς. Δίπλα στις εκβολές του και κοντά στον Κόκκινο Πύργο σχηματίζεται ο μικρός υγρότοπος της Καταλυκής, ο οποίος αποτελεί αξιόλογο σταθμό για υδρόβια και μεταναστευτικά πουλιά. Στο παρελθόν τα έλη της περιοχής ευνοούσαν την εξάπλωση της ελονοσίας και περιόριζαν την ανάπτυξη των παραλιακών οικισμών. [widgetkit id=1349]

Περισσότερα...

Σπήλι

Σπήλι

Το Σπήλι είναι μια καταπράσινη κωμόπολη της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, γνωστή για τις λεοντόμορφες κρήνες, τα άφθονα νερά και την πλούσια ιστορική και θρησκευτική της παράδοση. Το Σπήλι βρίσκεται περίπου 30 χλμ. νότια του Ρεθύμνου, σε υψόμετρο περίπου 430 μέτρων, στους πρόποδες του όρους Βορίζη. Η θέση του πάνω στον δρόμο που συνδέει το Ρέθυμνο με τη νότια ακτή το ανέδειξε σε σημαντικό συγκοινωνιακό, εμπορικό και διοικητικό κέντρο της ιστορικής επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Οι κάτοικοι ασχολούνται παραδοσιακά με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο, ενώ σημαντική είναι πλέον και η παρουσία του τουρισμού. Στο Σπήλι βρίσκεται επίσης η έδρα της Ιεράς Μητρόπολης Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων. Η κωμόπολη διαθέτει Κέντρο Υγείας, καταστήματα, χώρους εστίασης και άλλες βασικές υποδομές που εξυπηρετούν ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Η Κεφαλόβρυση του Σπηλίου Στην καρδιά του οικισμού, κάτω από τη σκιά μεγάλων πλατάνων, βρίσκεται η περίφημη Κεφαλόβρυση. Αποτελείται από μια σειρά 25 κρηνών με μαρμάρινες κεφαλές λιονταριών, από τα στόματα των οποίων αναβλύζει νερό όλο τον χρόνο. Η συνολική παροχή υπολογίζεται σε περίπου 330 κυβικά μέτρα την ώρα, ενώ το νερό διατηρεί σταθερή θερμοκρασία γύρω στους 13°C. Γύρω από την Κεφαλόβρυση λειτουργούν παραδοσιακά καφενεία, ταβέρνες και καταστήματα τοπικών προϊόντων. Τα άφθονα νερά έχουν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα πράσινο τοπίο και στο παρελθόν κινούσαν τους πολυάριθμους νερόμυλους της περιοχής, ορισμένοι από τους οποίους διασώζονται έως σήμερα. Από το Σπήλι περνάει το ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4 προς το Γερακάρι, το οποίο ανηφορίζει στον ορεινό όγκο του Κέδρους. Σε σχετικά μικρή απόσταση βρίσκεται και το εντυπωσιακό Κουρταλιώτικο Φαράγγι, τα νερά του οποίου συνεχίζουν προς το φοινικόδασος και την παραλία του Πρέβελη. Ιστορία και εκκλησίες Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η ονομασία Σπήλι συνδέεται με τις σπηλιές της περιοχής και ιδιαίτερα με το σπήλαιο στη θέση Περιστερέ, στο βορειοδυτικό τμήμα του οικισμού. Λέγεται ότι στο εσωτερικό του υπήρχε παράσταση της Παναγίας ζωγραφισμένη πάνω στον βράχο, η οποία δεν σώζεται σήμερα. Το Σπήλι αναφέρεται με τη σημερινή του ονομασία ήδη από την περίοδο της Ενετοκρατίας, όταν αποτελούνταν από δύο επιμέρους γειτονιές, το Πανωχώρι και το Περαχώρι. Η κατοίκηση είναι ασφαλώς παλαιότερη, όπως δείχνουν οι ναοί με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα που σώζονται στην περιοχή, ανάμεσά τους οι ναοί του Αγίου Θεοδώρου, του Αγίου Γεωργίου, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και της Παναγίας. Ο σημερινός μητροπολιτικός ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου ανεγέρθηκε τον 20ό αιώνα. Στον λόφο της Επισκοπής βρίσκεται και η Μονή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, δίπλα στις εγκαταστάσεις της Μητρόπολης. Οι κάτοικοι του Σπηλίου συμμετείχαν ενεργά στις κρητικές επαναστάσεις και αργότερα στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής. Με την περίοδο αυτή συνδέονται αρκετές τοπικές αφηγήσεις, ανάμεσά τους και η παράδοση ότι ένας Γερμανός αξιωματικός απέτρεψε την καταστροφή του οικισμού, επειδή προηγουμένως είχε περιθαλφθεί από κατοίκους χωρίς εκείνοι να γνωρίζουν την ταυτότητά του. Το Σπήλι έχει επίσης σημαντική παρουσία στην κρητική μουσική και χορευτική παράδοση. Από εδώ κατάγονται ο σπουδαίος λυράρης Θανάσης Σκορδαλός, ο λυράρης Γιώργος Καλογρίδης και ο πρωτοχορευτής Σταμάτης Παπαδάκης. [widgetkit id=1356]

Περισσότερα...

Αρκαλοχώρι

Αρκαλοχώρι

Το Αρκαλοχώρι βρίσκεται περίπου 33χλμ νότια του Ηρακλείου, σε υψόμετρο περίπου 400μ. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οικιστικά και εμπορικά κέντρα της ενδοχώρας του Ηρακλείου και της ιστορικής επαρχίας Μονοφατσίου. Η τοπική οικονομία βασίζεται κυρίως στη γεωργία, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών στους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής. Κάθε Σάββατο πραγματοποιείται στο κέντρο του Αρκαλοχωρίου υπαίθρια αγορά, ένας θεσμός με ρίζες στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στο Εκθεσιακό Κέντρο της πόλης διοργανώνεται επίσης η Παγκρήτια Αγροτική και Κτηνοτροφική Έκθεση, με προϊόντα, μηχανήματα και υπηρεσίες που σχετίζονται με τον πρωτογενή τομέα. Σύμφωνα με την επικρατέστερη λαϊκή ερμηνεία, η ονομασία του οικισμού συνδέεται με τη λέξη «άρκαλος», όπως ονομάζεται ο ασβός στην κρητική διάλεκτο. Έχει όμως προταθεί και διαφορετική προέλευση, η οποία συνδέει το τοπωνύμιο με το όνομα Αρκολέων ή με την παλαιότερη μορφή Αρκολεοχώρι. Σε ενετικές πηγές ο οικισμός καταγράφεται ήδη από τα τέλη του 14ου αιώνα. Αρχαιολογικοί χώροι Το σημαντικότερο αρχαιολογικό μνημείο της περιοχής είναι το Ιερό Σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου, στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Στο σπήλαιο βρέθηκε εξαιρετικά μεγάλος αριθμός μεταλλικών αφιερωμάτων, ανάμεσά τους χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια, πλάκες χαλκού και διπλοί πελέκεις από χαλκό, χρυσό και ασήμι. Ξεχωρίζει ο περίφημος ενεπίγραφος πέλεκυς του Αρκαλοχωρίου, ο οποίος φέρει δεκαπέντε σύμβολα που δεν έχουν ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Τα σημαντικότερα ευρήματα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Στην κορυφή και στις πλαγιές του ίδιου λόφου σώζονται ίχνη από την αρχαία πόλη του Αρκαλοχωρίου. Η περιοχή κατοικήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα και διατηρεί λαξευτές θεμελιώσεις κτιρίων, δεξαμενές και κατάλοιπα εγκαταστάσεων. Βορειότερα, στη θέση Κεφάλα του Γαλατά, βρίσκεται το Μινωικό Ανάκτορο του Γαλατά, ένα σημαντικό ανακτορικό συγκρότημα της μινωικής περιόδου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2021 η περιοχή επλήγη από ισχυρό σεισμό, ο οποίος προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε κατοικίες, δημόσια κτίρια και μνημεία. Το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, πάνω από το ιερό σπήλαιο, κατέρρευσε και αργότερα ανοικοδομήθηκε. [widgetkit id=1350]

Περισσότερα...

Μοίρες

Μοίρες

Οι Μοίρες βρίσκονται περίπου 50χλμ νότια του Ηρακλείου, στην καρδιά της εύφορης πεδιάδας της Μεσαράς. Αποτελούν το σημαντικότερο διοικητικό και εμπορικό κέντρο της ιστορικής επαρχίας Καινούργιου και εξυπηρετούν πολλούς από τους οικισμούς της κεντρικής και δυτικής Μεσαράς. Η οικονομία της περιοχής βασίζεται κυρίως στη γεωργία, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών. Η ονομασία των Μοιρών συνδέεται, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, με τις «μοίρες», δηλαδή τα μερίδια γης που παραχωρήθηκαν κατά την Ενετοκρατία σε οικογένειες προσφύγων από τη Μονεμβασιά και το Ναύπλιο. Οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη μετά την κατάληψη περιοχών της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς. Σε συμβολαιογραφική πράξη του 1636 ο οικισμός αναφέρεται ως Μεγάλη Μοίρα. Οι Μοίρες αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα χάρη στην κεντρική τους θέση στη Μεσαρά. Σήμερα διαθέτουν καταστήματα, χώρους εστίασης, σχολεία, υπηρεσίες και άλλες βασικές υποδομές. Στο παλαιότερο τμήμα της κωμόπολης σώζονται στενά δρομάκια και κτίρια που θυμίζουν την παλιότερη μορφή του οικισμού. Το παζάρι των Μοιρών Κάθε Σάββατο πραγματοποιείται στις Μοίρες ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα παζάρια της Κρήτης. Η υπαίθρια αγορά προσελκύει παραγωγούς, εμπόρους και επισκέπτες από ολόκληρη τη Μεσαρά και αποτελεί σημαντικό κομμάτι της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της περιοχής. Η ιστορία της ανάγεται τουλάχιστον στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν η κεντρική θέση των Μοιρών τις ανέδειξε σε τόπο συνάντησης των κατοίκων των γύρω χωριών. Εκδρομές από τις Μοίρες Οι Μοίρες αποτελούν καλή βάση για την εξερεύνηση της νότιας Κρήτης. Σε μικρή απόσταση βρίσκονται η αρχαία Γόρτυνα, το μινωικό ανάκτορο της Φαιστού και η βασιλική έπαυλη της Αγίας Τριάδας. Επίσης, μπορείτε να επισκεφτείτε την τεχνητή λίμνη της Φανερωμένης, τα χωριά στις νότιες παρυφές του Ψηλορείτη και τις παραλίες της Μεσαράς. [widgetkit id=1358]

Περισσότερα...

Παχιά Άμμος

Παχιά Άμμος

Η Παχειά Άμμος είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό της επαρχίας Ιεράπετρας, κτισμένο στον κόλπο του Μιραμπέλλου και κοντά στο στενότερο τμήμα της Κρήτης. Η Παχειά Άμμος βρίσκεται περίπου 20χλμ ανατολικά του Αγίου Νικολάου και 13χλμ βόρεια της Ιεράπετρας, πάνω στον δρόμο που συνδέει τον Άγιο Νικόλαο με τη Σητεία. Είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του Ισθμού της Ιεράπετρας, στην άκρη μιας εύφορης πεδιάδας με ελαιώνες. Η θέση της ανάμεσα στις σημαντικότερες πόλεις του Λασιθίου, η παραλία της Παχειάς Άμμου και οι πολλοί αρχαιολογικοί χώροι της γύρω περιοχής έχουν συμβάλει στην ήπια τουριστική ανάπτυξη του χωριού. Στον οικισμό λειτουργούν ταβέρνες, καφετέριες, μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η ονομασία του χωριού οφείλεται στη χοντρή άμμο που υπήρχε κατά μήκος του παραλιακού μετώπου. Η τοποθεσία αναφέρεται ήδη από τον 17ο αιώνα, ενώ ο σημερινός οικισμός αναπτύχθηκε κυρίως κατά τον 20ό αιώνα. Στο γλωσσικό ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης η λέξη «άμμος» χρησιμοποιούνταν συχνά ως αρσενικό ουσιαστικό και γι’ αυτό οι παλιότεροι κάτοικοι της περιοχής αποκαλούσαν το χωριό Παχύς Άμμος ή Παχύν Άμμο. Αρχαιολογικοί χώροι και αξιοθέατα Η ευρύτερη περιοχή της Παχειάς Άμμου κατοικήθηκε από πολύ παλιά και έχει συνδεθεί με την αρχαία πόλη Μινώα, χωρίς η ταύτιση της ακριβούς θέσης της να θεωρείται απολύτως βέβαιη. Στο χωριό εδρεύει το Κέντρο Μελέτης Ανατολικής Κρήτης του Ινστιτούτου Αιγαιακής Προϊστορίας, το οποίο υποστηρίζει την αρχαιολογική έρευνα, τη μελέτη των ευρημάτων και την προστασία μνημείων της Ανατολικής Κρήτης. Περίπου 2χλμ δυτικά του χωριού βρίσκεται η μινωική πόλη των Γουρνιών, ένας από τους καλύτερα διατηρημένους οικισμούς της μινωικής εποχής. Η αρχαία ονομασία της πόλης παραμένει άγνωστη. Ο οικισμός αναπτύχθηκε πάνω σε χαμηλό λόφο, με σπίτια, εργαστήρια, πλακόστρωτους δρόμους, αποθηκευτικούς χώρους, ένα μικρό ανάκτορο και δημόσιο ιερό. Γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την Υστερομινωική περίοδο και αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ανατολικής Κρήτης. Δυτικότερα από τα Γουρνιά, πάνω σε απότομη πλαγιά με θέα στον κόλπο του Μιραμπέλλου, βρίσκεται η ιστορική Μονή Παναγίας Φανερωμένης. Νότια της Παχειάς Άμμου μπορείτε να επισκεφτείτε τον πρωτομινωικό οικισμό της Βασιλικής, ο οποίος αναπτύχθηκε σε καίρια θέση πάνω στον Ισθμό της Ιεράπετρας. Κοντά στη Βασιλική βρίσκεται το χωριό Μοναστηράκι με τους παλιούς νερόμυλους, ενώ πάνω από την περιοχή υψώνεται το εντυπωσιακό φαράγγι του Χα, ένα από τα επιβλητικότερα τεχνικά φαράγγια της Κρήτης. Απέναντι από το χωριό διακρίνεται η μικρή νησίδα Κόνιδα. Λίγο ανατολικότερα βρίσκονται η αρχαιολογικά σημαντική νησίδα Ψείρα και η νησίδα του Μόχλους, γνωστή και ως Άγιος Νικόλαος.

Περισσότερα...

Λουτρό

Λουτρό

Το Λουτρό είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό στη νότια ακτή της επαρχίας Σφακίων, περίπου 71 χλμ. νότια των Χανίων. Είναι κτισμένο σε έναν κλειστό και καλά προστατευμένο κόλπο, κοντά στο ακρωτήριο Μουρί, και δεν συνδέεται με οδικό δίκτυο. Η πρόσβαση γίνεται με πλοίο από τη Χώρα Σφακίων ή με πεζοπορία κατά μήκος του παραλιακού μονοπατιού. Στην περιοχή του σημερινού οικισμού βρισκόταν ο αρχαίος Φοίνικας ή Κατώπολη, που αποτελούσε το λιμάνι της αρχαίας Ανώπολης. Ο φυσικά προστατευμένος κόλπος χρησιμοποιήθηκε ως ασφαλές αγκυροβόλιο επί πολλούς αιώνες. Η ονομασία Λουτρό αποδίδεται σε αρχαίες εγκαταστάσεις λουτρών που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή. Μπροστά στον οικισμό βρίσκονται οι μικρές παραλίες του Γιαλού και του Κεράμου, οι οποίες παρουσιάζονται αναλυτικά στη σελίδα για τις παραλίες του Λουτρού. Με τα πόδια ή με μικρό σκάφος μπορείτε επίσης να επισκεφθείτε τα Γλυκά Νερά, τον Τίμιο Σταυρό και το Περβολάκι, τον Λύκο και τον Φοίνικα και την παραλία Μάρμαρα. Η απουσία αυτοκινήτων, τα λευκά σπίτια γύρω από το λιμανάκι και το απότομο ορεινό τοπίο των Σφακίων δημιουργούν έναν ιδιαίτερα ήρεμο προορισμό. Στο χωριό λειτουργούν μικρά καταλύματα, ταβέρνες και καφέ. Τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια είναι κυρίως εποχικά και συνδέουν το Λουτρό με τη Χώρα Σφακίων και άλλους παραθαλάσσιους οικισμούς της νότιας Κρήτης. [widgetkit id=82] Τι να δείτε στο Λουτρό Πάνω από τον οικισμό σώζονται τα ερείπια από τους κουλέδες του Λουτρού, οι οποίοι επόπτευαν τον κόλπο και τις θαλάσσιες διαδρομές. Κοντά στην παραλία βρίσκονται επίσης το παλιό σχολείο και η Παναγία του Λουτρού. Το 1821 το Λουτρό αποτέλεσε έδρα της Καγκελαρίας των Σφακίων, ενώ στην περιοχή οργανώθηκε νοσοκομείο για τους τραυματίες της Επανάστασης. Οι πεζοπόροι μπορούν να ακολουθήσουν το παραλιακό τμήμα του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4 ή να ανέβουν προς την Ανώπολη από το απότομο παλιό μονοπάτι του Λουτρού. Δυτικότερα βρίσκεται το εντυπωσιακό φαράγγι της Αράδαινας.

Περισσότερα...

Ασίτες

Ασίτες

Οι Άνω Ασίτες και οι Κάτω Ασίτες είναι δύο γειτονικά χωριά της επαρχίας Μαλεβιζίου, περίπου 22χλμ. νοτιοδυτικά του Ηρακλείου. Είναι κτισμένα στους καταπράσινους ανατολικούς πρόποδες του Ψηλορείτη, σε μια περιοχή με αμπελώνες, ελαιώνες, πηγές και μικρά φαράγγια. Οι κάτοικοι ασχολούνται παραδοσιακά με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την παραγωγή κρασιού και ελαιολάδου. Η ονομασία των Ασιτών συνδέεται, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, με στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά που κατάγονταν από την Άσσο της Μυσίας και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες το 961 μ.Χ. Τα χωριά αναφέρονται σε ενετικά αρχεία ήδη από το 1394. Αξίζει να περπατήσετε στα σοκάκια των δύο οικισμών, να σταματήσετε στα παραδοσιακά καφενεία και να επισκεφθείτε το Λαογραφικό Μουσείο Άνω Ασιτών. Στην περιοχή σώζονται πολλές παλιές εκκλησίες, όπως η Αγία Παρασκευή και ο Χριστός στις Κάτω Ασίτες, καθώς και παραδοσιακά σπίτια που διατηρούν στοιχεία της τοπικής αρχιτεκτονικής. Οι Ασίτες αποτελούν επίσης καλή αφετηρία για εξορμήσεις στη φύση. Κοντά στα χωριά βρίσκονται το φαράγγι του Αγίου Αντωνίου και το φαράγγι του Αγίου Χαραλάμπους, με πλούσια βλάστηση, πηγές και μικρές σπηλιές. Πάνω από τις Κάτω Ασίτες βρίσκεται η ιστορική Μονή Αγίου Γεωργίου Γοργολαΐνη, μέσα σε ένα δροσερό και καταπράσινο τοπίο. Ψηλότερα στον Ψηλορείτη βρίσκεται το ορειβατικό καταφύγιο Πρίνου, το οποίο χρησιμοποιείται ως βάση για πεζοπορικές και ορειβατικές διαδρομές. [widgetkit id=2684]

Περισσότερα...

Παλαίκαστρο

Παλαίκαστρο

Το Παλαίκαστρο είναι η ανατολικότερη κωμόπολη της Κρήτης και βρίσκεται περίπου 20χλμ. ανατολικά της Σητείας. Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο μιας εύφορης περιοχής, όπου η γεωργία, η παραγωγή ελαιολάδου και ο τουρισμός αποτελούν βασικές δραστηριότητες. Η θέση του το καθιστά ιδανική αφετηρία για την εξερεύνηση του ανατολικότερου τμήματος της Κρήτης. Η κωμόπολη διατηρεί τον ήρεμο χαρακτήρα της κρητικής ενδοχώρας και προσφέρει καταλύματα, ταβέρνες, καφέ και βασικές υπηρεσίες. Η ευρύτερη περιοχή παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό, αρχαιολογικό και φυσιολατρικό ενδιαφέρον, με παραλίες, αρχαιολογικούς χώρους και τοπία που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα. Το όνομα Παλαίκαστρο προέρχεται από το ερειπωμένο φρούριο Paleo Castro, το οποίο βρισκόταν στον κοντινό λόφο Καστρί. Ο λόφος χωρίζει τις παραλίες του Κουρεμένου και της Χιόνας, περίπου 1,5χλμ. ανατολικά του οικισμού. Ο Κουρεμένος είναι ιδιαίτερα γνωστός για τους ισχυρούς ανέμους και τις συνθήκες που προσφέρει για ιστιοσανίδα. Κοντά στη Χιόνα βρίσκεται ο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος του Ρουσσόλακκου, όπου έχει ανασκαφεί μια μεγάλη μινωική πόλη. Ανάμεσα στα σημαντικότερα ευρήματα της περιοχής συγκαταλέγεται το χρυσελεφάντινο ειδώλιο του Κούρου του Παλαικάστρου, το οποίο εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σητείας. [widgetkit id=2337]

Περισσότερα...

Καστέλλι Πεδιάδος

Καστέλλι Πεδιάδος

Το Καστέλλι Πεδιάδος είναι μια μικρή κωμόπολη στην ενδοχώρα του Ηρακλείου και το ιστορικό κέντρο της επαρχίας Πεδιάδος. Βρίσκεται περίπου 36χλμ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου, σε υψόμετρο περίπου 350 μέτρων, στο μέσο μιας από τις πιο εύφορες περιοχές της Κρήτης. Η τοπική οικονομία συνδέεται παραδοσιακά με την καλλιέργεια της ελιάς, του αμπελιού και των κηπευτικών. Το Καστέλλι υπήρξε για αιώνες το εμπορικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής, ενώ εξακολουθεί να φιλοξενεί την εβδομαδιαία υπαίθρια αγορά της Πεδιάδος. Στην κωμόπολη λειτουργούν καταστήματα, υπηρεσίες, καφενεία και ταβέρνες που εξυπηρετούν και τους γύρω οικισμούς. Η ονομασία Καστέλλι προέρχεται από το Castel Pediada ή Φρούριο της Πεδιάδας, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε ο οικισμός. Κατά την Ενετοκρατία το φρούριο αποτελούσε την έδρα της τοπικής καστελλανίας και στέγαζε διοικητικές και στρατιωτικές υπηρεσίες. Σήμερα δεν σώζεται, καθώς στη θέση του έχουν ανεγερθεί νεότερα κτίρια. Η ιστορία της περιοχής είναι πολύ παλαιότερη. Στο κέντρο της κωμόπολης, κοντά στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα του μινωικού οικισμού του Καστελλίου. Τα ευρήματα μαρτυρούν κατοίκηση ήδη από τη Νεολιθική Περίοδο, ενώ ο οικισμός γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη κατά τα μινωικά χρόνια. Στην ευρύτερη περιοχή σώζονται επίσης πολλές βυζαντινές εκκλησίες με παλιές τοιχογραφίες. Δίπλα στο Καστέλλι λειτουργεί στρατιωτικό αεροδρόμιο, ενώ στην ευρύτερη περιοχή κατασκευάζεται το νέο Διεθνές Αεροδρόμιο Ηρακλείου, το οποίο προορίζεται να αντικαταστήσει το σημερινό αεροδρόμιο «Νίκος Καζαντζάκης». Το μεγάλο αυτό έργο αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά την ανάπτυξη και τη φυσιογνωμία της περιοχής. [widgetkit id=2393]

Περισσότερα...

Άνω Βιάννος

Άνω Βιάννος

Η Άνω Βιάννος, γνωστή συνήθως ως Βιάννος, είναι μια ιστορική κωμόπολη και το διοικητικό κέντρο της επαρχίας Βιάννου, στο νοτιοανατολικό Ηράκλειο. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 550 μέτρων, στις νότιες πλαγιές της Δίκτης, πάνω από μια εύφορη περιοχή με ελαιώνες και μικρούς ορεινούς οικισμούς. Η τοπική οικονομία συνδέεται κυρίως με τη γεωργία, την παραγωγή ελαιολάδου και την κτηνοτροφία. Λίγο δυτικότερα από τη σημερινή κωμόπολη βρισκόταν η αρχαία πόλη Βίεννος, από την οποία προέρχεται η σημερινή ονομασία. Η αρχαία πόλη έκοβε δικό της νόμισμα, στο οποίο απεικονίζονταν η θεά Άρτεμη και ένα άνθος, μαζί με την επιγραφή ΒΙΑΝΙ. Η Βιάννος καταστράφηκε κατά τις επαναστάσεις του 1822 και του 1866. Η τραγικότερη σελίδα της ιστορίας της γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής πραγματοποίησαν μαζικές εκτελέσεις και κατέστρεψαν χωριά της επαρχίας Βιάννου και της δυτικής Ιεράπετρας. Κατά τις επιχειρήσεις της 14ης έως 16ης Σεπτεμβρίου δολοφονήθηκαν 401 άμαχοι, ενώ τα συνολικά θύματα της περιοχής κατά την Κατοχή έφτασαν τα 461. Η ιστορία του Ολοκαυτώματος της Βιάννου παρουσιάζεται στο μνημείο και στο μουσείο στο Σελί Αμιρών. Στην Άνω Βιάννο αξίζει να περπατήσετε στα στενά σοκάκια και να σταματήσετε στην κεντρική πλατεία με τον μεγάλο πλάτανο. Εδώ γεννήθηκε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ιωάννης Κονδυλάκης, που έχει χαρακτηριστεί πατέρας του ελληνικού χρονογραφήματος. Κοντά στην πλατεία βρίσκονται ο παλιός νερόμυλος και το Λαογραφικό Μουσείο Βιάννου. Μέσα και γύρω από την κωμόπολη σώζονται πολλές παλιές εκκλησίες. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ναός της Αγίας Πελαγίας, με αξιόλογες τοιχογραφίες του 14ου αιώνα. Άλλοι ναοί είναι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, της Παναγίας, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Δημητρίου. Λίγο έξω από τη Βιάννο βρίσκεται η ιστορική Αγία Μονή και ο τοιχογραφημένος ναός του Αγίου Γεωργίου. [widgetkit id=2426]

Περισσότερα...

Ζαρός

Ζαρός

Ο Ζαρός είναι μια γραφική κωμόπολη στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη, περίπου 46 χλμ. νοτιοδυτικά του Ηρακλείου. Η περιοχή είναι γνωστή για τις πλούσιες πηγές, τα τρεχούμενα νερά και την εύφορη κοιλάδα που απλώνεται γύρω από τον οικισμό. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ακόμη και το όνομα του Ζαρού συνδέεται με την αφθονία του νερού. Η κοιλάδα κατοικείται από την αρχαιότητα. Στην τοποθεσία Κούρτες έχει εντοπιστεί μινωικός οικισμός, ενώ σε διάφορα σημεία της περιοχής σώζονται κατάλοιπα του μεγάλου υδραγωγείου που μετέφερε νερό στη Ρωμαϊκή Γόρτυνα. Τη μακρόχρονη σχέση του τόπου με το νερό θυμίζουν οι παλιοί νερόμυλοι, οι πηγές και η γραφική λίμνη Βοτόμος. Το νερό εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τοπικής οικονομίας, μέσα από τις καλλιέργειες, την εμφιάλωση και τις μονάδες εκτροφής πέστροφας. Γύρω από τον Ζαρό βρίσκονται σημαντικά θρησκευτικά μνημεία, όπως η Μονή Βροντησίου, η Μονή Αγίου Νικολάου, η Μονή Βαρσαμόνερου και η σκήτη του Οσίου Ευθυμίου. Ο Ζαρός αποτελεί επίσης εξαιρετική αφετηρία για πεζοπορία. Από τη λίμνη Βοτόμος ξεκινά το μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι του Γάφαρη και οδηγεί στο δάσος του Ρούβα. Στην ευρύτερη περιοχή περνούν διαδρομές του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4, ενώ νοτιότερα βρίσκεται η λίμνη της Φανερωμένης.

Περισσότερα...

Κριτσά

Κριτσά

Η Κριτσά είναι μια από τις γνωστότερες παραδοσιακές κωμοπόλεις της Ανατολικής Κρήτης. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 350 μέτρων, κάτω από τον λόφο Κάστελλος και σε μικρή απόσταση από τον Άγιο Νικόλαο. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι η διατήρηση πολλών στοιχείων της παραδοσιακής κρητικής ζωής και αρχιτεκτονικής. Τα στενά ανηφορικά σοκάκια, οι ανθισμένες αυλές, τα παλιά σπίτια, τα παραδοσιακά καφενεία, τα καταστήματα κρητικών υφαντών και οι μικρές λαογραφικές συλλογές δημιουργούν την εικόνα ενός ζωντανού υπαίθριου μουσείου. Η Κριτσά έχει επίσης μακρά παράδοση στην υφαντική και στη λαϊκή τέχνη, την οποία διατηρούν έως σήμερα οι κάτοικοί της. Ο οικισμός συνδέεται ιστορικά με την κοντινή αρχαία Λατώ, μία από τις σημαντικότερες δωρικές πόλεις της Κρήτης. Πιστεύεται ότι μέρος των κατοίκων της Λατούς μετακινήθηκε σταδιακά προς την περιοχή της σημερινής Κριτσάς. Για την προέλευση του ονόματος του χωριού έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές. Μία από αυτές το συνδέει με έναν οικιστή που ονομαζόταν Κρίτσας, ενώ μια άλλη το θεωρεί παραφθορά της λέξης Χριστός. Η Κριτσά διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στους αγώνες των Κρητικών κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Τον Ιανουάριο του 1823 πραγματοποιήθηκε κοντά στη Λατώ η μάχη της Κριτσάς, μετά την οποία ο οικισμός πυρπολήθηκε από τους Οθωμανούς. Με το χωριό συνδέεται και η μορφή της θρυλικής Κριτσωτοπούλας, της Ροδάνθης, η οποία σύμφωνα με την παράδοση πολέμησε στο σώμα του Καπετάν Καζάνη. Ανάμεσα στα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής είναι η Παναγία Κερά, ένας από τους σημαντικότερους βυζαντινούς ναούς της Κρήτης, γνωστός για τις εξαιρετικές τοιχογραφίες του. Για τους φίλους της πεζοπορίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το φαράγγι της Κριτσάς, με τη στενή και εντυπωσιακή είσοδό του. Η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της Κριτσάς προσέλκυσε και τον κινηματογράφο. Στο χωριό γυρίστηκαν σκηνές από την ταινία «Η νεράιδα και το παλικάρι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, καθώς και από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν. [widgetkit id=2468]

Περισσότερα...

Βρύσες (Αποκορώνου)

Βρύσες (Αποκορώνου)

Οι Βρύσες είναι μια καταπράσινη κωμόπολη στην επαρχία Αποκορώνου, σε μικρή απόσταση από τα Χανιά και κοντά στον οδικό άξονα που συνδέει τα Χανιά με το Ρέθυμνο. Η περιοχή είναι γνωστή για τις άφθονες πηγές, τα τρεχούμενα νερά, τα πλατάνια και την εύφορη ενδοχώρα της. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και τον τουρισμό. Παρότι οι Βρύσες αναπτύχθηκαν ως οργανωμένος οικισμός κατά τους νεότερους χρόνους, η ευρύτερη περιοχή κατοικείται από την αρχαιότητα. Με την περιοχή έχουν συνδεθεί οι αρχαίες πόλεις Αμφιμάλιον και Φίλιππος, ενώ στον ποταμό Μπούτακα σώζεται η Ελληνική Καμάρα, μια από τις αρχαιότερες σωζόμενες γέφυρες της Κρήτης. Κατά τον 19ο αιώνα οι Βρύσες αποτέλεσαν σημαντικό κέντρο επαναστατικής δραστηριότητας. Η περιοχή συνδέθηκε με τις συγκρούσεις της Κρητικής Επανάστασης του 1866–1869 και με τη δράση της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής το 1895. Τον Μάιο του 1941 ο οικισμός υπέστη μεγάλες καταστροφές από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του οικισμού είναι τα νερά του Μπούτακα και του Βρυσιανού, τα οποία συναντώνται στο κέντρο των Βρυσών. Δίπλα στις όχθες, κάτω από τα μεγάλα πλατάνια, υπάρχουν ταβέρνες και καφενεία όπου οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν το φαγητό ή τον καφέ τους με θέα τα τρεχούμενα νερά. Οι Βρύσες αποτελούν κατάλληλη αφετηρία για την εξερεύνηση της επαρχίας Αποκορώνου, των παραδοσιακών χωριών της ενδοχώρας και των παραλιών της Γεωργιούπολης και του Καλυβακίου. Η περιοχή παραμένει δροσερή ακόμη και το καλοκαίρι, χάρη στις πηγές και την πυκνή παρόχθια βλάστηση. [widgetkit id=2587]

Περισσότερα...

Ζάκρος

Ζάκρος

Η Άνω Ζάκρος είναι μια μικρή και ήσυχη κωμόπολη στο ανατολικότερο άκρο της Κρήτης, περίπου 38χλμ. από την πόλη της Σητείας. Αποτελεί το κέντρο της κοινότητας Ζάκρου, στην επαρχία Σητείας, ενώ επίνειό της είναι η παραθαλάσσια Κάτω Ζάκρος. Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της Ζάκρου διαδραμάτισαν οι άφθονες πηγές νερού, οι οποίες τροφοδοτούν μια καταπράσινη έκταση με εκτεταμένους ελαιώνες μέσα στο ξηροθερμικό τοπίο της Ανατολικής Κρήτης. Το χωριό αναπτύχθηκε ως σημαντικό μυλοχώρι που εξυπηρετούσε τις ανάγκες ολόκληρης της επαρχίας Σητείας. Σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ανατολικής Κρήτης, όπου κυριαρχούσαν οι ανεμόμυλοι λόγω της έλλειψης τρεχούμενου νερού, στη Ζάκρο λειτουργούσαν κυρίως νερόμυλοι. Κατά μήκος της υδάτινης διαδρομής λειτουργούσαν νερόμυλοι, ρασοτριβεία και παραδοσιακές φάμπρικες, όπου γινόταν το άλεσμα των σιτηρών, η επεξεργασία των μάλλινων υφαντών και η άλεση του ελαιοκάρπου. Τρεις από τους παλιούς νερόμυλους έχουν αναστηλωθεί και στεγάζουν το Μουσείο Νερού και Υδροκίνησης Ζάκρου. Η Ζάκρος βρίσκεται μέσα στο Παγκόσμιο Γεωπάρκο UNESCO της Σητείας και πάνω στη διαδρομή του Ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4. Από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής ξεχωρίζουν το Φαράγγι των Νεκρών, οι παραλίες της Κάτω Ζάκρου και του Ξερόκαμπου, το Μινωικό Ανάκτορο της Ζάκρου και τα πολυάριθμα σπήλαια της ευρύτερης περιοχής. Στον οικισμό λειτουργεί επίσης το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ζάκρου, όπου παρουσιάζονται η χλωρίδα, η πανίδα και η γεωλογική κληρονομιά του Γεωπάρκου Σητείας. [widgetkit id=2597]

Περισσότερα...

Αργυρούπολη

Αργυρούπολη

Η Αργυρούπολη είναι μια μικρή ιστορική κωμόπολη της επαρχίας Ρεθύμνου, κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 260 μέτρων πάνω από την κοιλάδα του ποταμού Μουσέλα. Ο παραδοσιακός οικισμός διατηρεί πολλά αρχιτεκτονικά στοιχεία του πλούσιου παρελθόντος του, με παλιά αρχοντικά, πέτρινες καμάρες και στενά σοκάκια. Η Αργυρούπολη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας Λάππας, μιας σημαντικής πόλης της δυτικής Κρήτης. Διάσπαρτα κατάλοιπα από τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή και την Ενετική Περίοδο μαρτυρούν τη μακρά ιστορία και τη στρατηγική σημασία της περιοχής. Αξίζει να περπατήσετε στα στενά σοκάκια του χωριού και να αναζητήσετε τα ίχνη ψηφιδωτών δαπέδων, τις τοιχογραφημένες βυζαντινές εκκλησίες και τα ενετικά αρχοντικά. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται η νεκρόπολη της αρχαίας Λάππας με τους λαξευτούς ελληνορωμαϊκούς τάφους, καθώς και ο μνημειακός πλάτανος και ο ναός των Πέντε Παρθένων. Το πιο γνωστό σημείο της περιοχής είναι οι Πηγές της Αργυρούπολης, οι οποίες σχηματίζουν ένα καταπράσινο τοπίο λίγο χαμηλότερα από τον οικισμό. Τα νερά αναβλύζουν από το σπήλαιο της Αγίας Δύναμης, περνούν ανάμεσα από παλιούς νερόμυλους και μικρούς καταρράκτες και στη συνέχεια καταλήγουν στην κοίτη του ποταμού Μουσέλα. Γύρω από τις πηγές και τους παλιούς νερόμυλους λειτουργούν ταβέρνες με παραδοσιακή κρητική κουζίνα. [widgetkit id=2627]

Περισσότερα...

Ασήμι Μονοφατσίου

Ασήμι Μονοφατσίου

Το Ασήμι είναι μια μικρή κωμόπολη της επαρχίας Μονοφατσίου, κτισμένη σε εύφορη πεδιάδα ανάμεσα στις νότιες απολήξεις του όρους Καστεριώτης και στον Κόφινα των Αστερουσίων Ορέων. Στην ευρύτερη περιοχή σχηματίζονται υδάτινες διαδρομές που τροφοδοτούν τον Γεροπόταμο και τον ποταμό Λιβαδίτη. Η κωμόπολη αναπτύχθηκε ως οικονομικό και εμπορικό κέντρο των χωριών της ανατολικής πεδιάδας της Μεσαράς. Η τοπική οικονομία βασίζεται κυρίως στη γεωργία, ιδιαίτερα στην καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού, καθώς και στην κτηνοτροφία. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το Ασήμι έλαβε την ονομασία του από μια κοπέλα από την Πελοπόννησο που ονομαζόταν Ασημίνα. Ο οικισμός αναφέρεται σε γραπτές πηγές ήδη από το 1280, γεγονός που μαρτυρά τη μακρά παρουσία του στην περιοχή. Στο Ασήμι βρίσκονται οι ναοί του Αγίου Τίτου, προστάτη της κωμόπολης, της Ζωοδόχου Πηγής, του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Χαραλάμπους και του Σωτήρος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το παλιό τμήμα του οικισμού, με τα στενά σοκάκια, τα παλαιότερα σπίτια και την κρήνη του Αγίου Τίτου. [widgetkit id=2656]

Περισσότερα...

Μπαλί

Μπαλί

Το παραθαλάσσιο θέρετρο Μπαλί βρίσκεται στην επαρχία Μυλοποτάμου, μέσα σε έναν μεγάλο κόλπο, περίπου 30χλμ. ανατολικά από το Ρέθυμνο και 43χλμ. δυτικά από το Ηράκλειο. Η Εθνική Οδός Ηρακλείου–Ρεθύμνου περνά πολύ κοντά στον οικισμό, καθιστώντας την πρόσβαση ιδιαίτερα εύκολη. Η ακτογραμμή του Μπαλίου σχηματίζει τέσσερις διαδοχικούς κόλπους με αμμώδεις παραλίες και πρασινογάλαζα νερά. Οι περισσότεροι κόλποι είναι προστατευμένοι από τους ανέμους και η θάλασσα παραμένει συνήθως ήρεμη. Οι παραλίες είναι οργανωμένες και κατάλληλες για οικογένειες, ενώ οι υποθαλάσσιες πηγές της περιοχής διατηρούν το νερό σχετικά δροσερό. Στη θέση του σημερινού οικισμού βρισκόταν πιθανότατα η αρχαία Αστάλη, η οποία λειτουργούσε ως λιμάνι της αρχαίας Αξού. Το λιμάνι της Αστάλης τοποθετείται στη θέση Πυροβολόπετρα. Η περιοχή συνδέθηκε επίσης με τον μυθικό χάλκινο γίγαντα Τάλω, από τον οποίο θεωρείται ότι προήλθε η ονομασία των Ταλαίων Ορέων, νότια του χωριού.Κατά την Ενετική Περίοδο η ονομασία της περιοχής εμφανίζεται ως Ατάλη, όνομα που διατηρεί η κοντινή Μονή Ατάλης ή Μπαλή. Για τη σημερινή ονομασία Μπαλί έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές. Μία τη συνδέει με την τουρκική λέξη ballı, που σημαίνει «με μέλι», και την παλαιότερη παρουσία πολλών μελισσιών. Μια άλλη τη συσχετίζει με τη λέξη balık, που σημαίνει «ψάρι». Σήμερα το Μπαλί διαθέτει ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες, εστιατόρια, καφετέριες, μικρά καταστήματα και σχολές καταδύσεων. Από το λιμάνι αναχωρούν εκδρομικά σκάφη που ακολουθούν την εντυπωσιακή ακτογραμμή με τις θαλάσσιες σπηλιές και τους βραχώδεις σχηματισμούς. Στα σημαντικότερα θρησκευτικά μνημεία της περιοχής περιλαμβάνονται η Μονή Ατάλης και η Παναγία Χαρακιανή.

Περισσότερα...

Σούγια

Σούγια

Η Σούγια είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό στη νότια ακτή της επαρχίας Σελίνου, περίπου 75χλμ νοτιοδυτικά από την πόλη των Χανίων. Βρίσκεται κοντά στην έξοδο του καταπράσινου φαραγγιού της Αγίας Ειρήνης και αποτελεί ιδανικό προορισμό για ήρεμες διακοπές. Στο χωριό υπάρχουν δωμάτια, ταβέρνες, καφετέριες, μικρά καταστήματα και οι βασικές υπηρεσίες που χρειάζεται ο επισκέπτης. Μπροστά από τον οικισμό απλώνεται η μεγάλη παραλία της Σούγιας, με χοντρή άμμο, βότσαλα και βαθιά, καθαρά νερά. Η παραλία ξεκινά κοντά στο μικρό λιμάνι, στην έξοδο του φαραγγιού της Λισσού, και εκτείνεται προς τα ανατολικά. Από το λιμάνι εκτελούνται εποχικά ακτοπλοϊκά δρομολόγια προς την Παλαιόχωρα, την Αγία Ρουμέλη, το Λουτρό, τη Χώρα Σφακίων και τη Γαύδο. Τι να δείτε στη Σούγια Η σημερινή Σούγια βρίσκεται στην περιοχή της αρχαίας Συίας, η οποία υπήρξε επίνειο της ισχυρής δωρικής πόλης Έλυρος. Η προέλευση του ονόματος Συία έχει συνδεθεί με την αρχαία ελληνική λέξη «σῦς», δηλαδή χοίρος, πιθανώς λόγω της εκτροφής χοίρων στα δρυοδάση της περιοχής. Κοντά στο χωριό Μονή σώζεται επίσης ένας ιδιαίτερος λαξευτός τάφος σε σχήμα πυραμίδας. Δυτικά της Σούγιας βρίσκεται η αρχαία Λισσός, ένα ακόμη λιμάνι της Ελύρου, γνωστό για το Ασκληπιείο, την ιαματική πηγή και τα σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπά της. Η Λισσός είναι προσβάσιμη με πεζοπορία μέσω του τμήματος του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4 προς τα δυτικά. Στον προστατευμένο όρμο του αρχαιολογικού χώρου βρίσκεται η παραλία της Λισσού. Σημαντικό μνημείο της Σούγιας είναι και ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα, δυτικά του χωριού. Είναι κτισμένος στη θέση τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, από την οποία σώζονται τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων με παραστάσεις από τη φύση. Ακολουθώντας το μονοπάτι Ε4 από τη Σούγια προς την Αγία Ρουμέλη, ο πεζοπόρος συναντά το απομονωμένο εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου. Στην ίδια ευρύτερη περιοχή βρίσκεται και το σπήλαιο του Πολύφημου, το οποίο η τοπική παράδοση συνδέει με τον μονόφθαλμο Κύκλωπα της Οδύσσειας.

Περισσότερα...

Αγία Ρουμέλη

Αγία Ρουμέλη

Η Αγία Ρουμέλη είναι ένα μικρό και απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό της επαρχίας Σφακίων, περίπου 56χλμ νότια από τα Χανιά. Είναι κτισμένη σε έναν μεγάλο κόλπο, στην έξοδο του επιβλητικού φαραγγιού της Σαμαριάς, μέσα στο άγριο ορεινό τοπίο των Λευκών Ορέων. Στο χωριό λειτουργούν ταβέρνες, καφετέριες, μικρά καταστήματα και αρκετά καταλύματα. Η Αγία Ρουμέλη δεν συνδέεται με το οδικό δίκτυο της Κρήτης. Η πρόσβαση γίνεται με τα εποχικά ακτοπλοϊκά δρομολόγια από τη Χώρα Σφακίων, το Λουτρό, την Παλαιόχωρα και τη Σούγια, ή με πεζοπορία. Από εδώ περνούν το μονοπάτι Ε4 προς το Λουτρό και τη Χώρα Σφακίων και το μονοπάτι Ε4 προς τη Σούγια. Κατά την περίοδο λειτουργίας του φαραγγιού, το χωριό υποδέχεται τους πεζοπόρους που ολοκληρώνουν τη διάσχιση της Σαμαριάς. Μετά την αναχώρηση των απογευματινών πλοίων, όμως, η Αγία Ρουμέλη επιστρέφει στους ήρεμους ρυθμούς της. Μπροστά από τον οικισμό απλώνεται η παραλία του Γιαλού, ενώ στην ευρύτερη ακτογραμμή υπάρχουν αρκετές ακόμη όμορφες και απομονωμένες παραλίες. Τι να δείτε στην Αγία Ρουμέλη Το φαράγγι της Σαμαριάς είναι ένα από τα γνωστότερα και εντυπωσιακότερα πεζοπορικά φαράγγια της Ευρώπης. Όσοι δεν επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ολόκληρη τη διάσχιση μπορούν να ξεκινήσουν από την Αγία Ρουμέλη και να ακολουθήσουν το φαράγγι αντίστροφα, περνώντας από το παλιό χωριό και συνεχίζοντας προς τις περίφημες Σιδερόπορτες. Η σημερινή Αγία Ρουμέλη βρίσκεται στην περιοχή της αρχαίας Τάρρας, σημαντικής πόλης της νότιας Κρήτης. Δυτικά του οικισμού, στη θέση όπου πιθανώς υπήρχε αρχαίο ιερό και αργότερα παλαιοχριστιανική βασιλική, βρίσκεται σήμερα η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας Κεράς. Πάνω από το χωριό δεσπόζει ο ερειπωμένος Κούλες της Αγίας Ρουμέλης, από όπου η θέα προς το χωριό και το Νότιο Κρητικό Πέλαγος είναι εντυπωσιακή. Ακόμη ψηλότερα σώζονται τα ερείπια από το δεύτερο φρούριο, γνωστό ως Κουλεδάκι. Όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, στον ορίζοντα διακρίνονται η Γαύδος και η Γαυδοπούλα. Στις ανατολικές παρυφές του φαραγγιού βρίσκεται το ξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου, κτισμένο μέσα σε φυσική κοιλότητα του βράχου. Βορειότερα, μέσα στο φαράγγι, βρίσκεται το παλιό χωριό της Αγίας Ρουμέλης. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε έπειτα από τις μεγάλες πλημμύρες του 1954 και οι κάτοικοι μετακινήθηκαν στη σημερινή παραθαλάσσια θέση.[widgetkit id=86]

Περισσότερα...

Καβούσι Ιεράπετρας

Καβούσι Ιεράπετρας

Το Καβούσι βρίσκεται περίπου 26χλμ ανατολικά του Αγίου Νικολάου, στη βόρεια ακτή της επαρχίας Ιεράπετρας. Είναι κτισμένο σε μια εύφορη κοιλάδα με ελαιώνες, κάτω από τον ορεινό όγκο της Θρυπτής. Η περιοχή παρουσιάζει ιδιαίτερο φυσιολατρικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς είναι διάσπαρτη με αρχαίους οικισμούς, παλιές εκκλησίες, φαράγγια και μικρούς παραδοσιακούς οικισμούς. Η κοιλάδα διαρρέεται από ρέματα που μεταφέρουν τα νερά των γύρω βουνών μέσα από το φαράγγι του Χαυγά και το φαράγγι του Μέσονα. Η τουριστική ανάπτυξη παραμένει ήπια και η περιοχή προσφέρεται για ήρεμες διακοπές, περιηγήσεις και πεζοπορία. Η παραλία του Θόλου και η Ψείρα Η γνωστότερη παραλία της περιοχής είναι ο Θόλος, ο οποίος βρίσκεται βόρεια του χωριού. Στη θάλασσα αναβλύζουν πηγές γλυκού νερού, δημιουργώντας κατά τόπους ένα χαρακτηριστικό ανοιχτό γαλάζιο χρώμα. Απέναντι από την ακτή διακρίνεται η νήσος Ψείρα, όπου έχει ανασκαφεί ένας σημαντικός μινωικός οικισμός. Στην ακτή του Θόλου σώζονται μεγάλες λιθόκτιστες αποθήκες, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για τη φύλαξη και τη μεταφόρτωση προϊόντων σε πλοία. Στην παραλία βρίσκεται επίσης ο ναός της Παναγίας, ενώ λίγο δυτικότερα σώζεται ο τοιχογραφημένος ναός του Αγίου Αντωνίου. Η Ψείρα υπήρξε σημαντικό λιμάνι κατά τη Μινωική περίοδο και διατηρούσε στενή σχέση με την περιοχή του Καβουσίου. Στο νησί έχει αποκαλυφθεί μεγάλος οικισμός, από τον οποίο προέρχονται σημαντικά ευρήματα και ανάγλυφες τοιχογραφίες που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Η επίσκεψη στην Ψείρα μπορεί να γίνει με εποχικά εκδρομικά σκάφη από τον γειτονικό Μόχλο. Τι να δείτε στο Καβούσι Στο χωριό αξίζει να περπατήσετε στα παλιά στενά και να επισκεφτείτε την κεντρική πλατεία με τον ναό του Αγίου Γεωργίου. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται ο τοιχογραφημένος ναός των Δώδεκα Αποστόλων, ένα από τα σημαντικά θρησκευτικά μνημεία της περιοχής. Δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο του Αζοριά, ανατολικά του χωριού, βρίσκεται η μνημειακή ελιά του Αζοριά. Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα ελαιόδεντρα της Κρήτης, με εντυπωσιακό κορμό και περίμετρο. Από το δέντρο κόπηκε κότινος για τη νικήτρια του Μαραθωνίου Γυναικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004. Στην ευρύτερη περιοχή βρίσκονται επίσης οι αρχαίοι οικισμοί του Βροντά και του Κάστρου Καβουσίου. Οι οικισμοί είναι κτισμένοι σε υπερυψωμένες και φυσικά οχυρές θέσεις, από όπου η θέα προς τον κόλπο του Μιραμπέλου και την Ψείρα είναι εξαιρετική. Κοντά στην ακτή βρίσκεται το μινωικό μεταλλουργείο του Χρυσοκάμινου, ένας ιδιαίτερα σημαντικός χώρος επεξεργασίας χαλκού. Στην ίδια δύσβατη περιοχή ανοίγεται και το σπήλαιο Θεριόσπηλιος, το οποίο φιλοξενεί αποικίες νυχτερίδων.

Περισσότερα...

Πάνορμο Μυλοποτάμου

Πάνορμο Μυλοποτάμου

Το Πάνορμο Μυλοποτάμου βρίσκεται περίπου 20χλμ ανατολικά του Ρεθύμνου, στη βόρεια ακτή της Κρήτης. Είναι ένα γραφικό παραθαλάσσιο χωριό και φυσικό λιμάνι, το οποίο έχει αναπτυχθεί τουριστικά χωρίς να χάσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα του. Στο χωριό υπάρχουν καταλύματα, ταβέρνες, καφετέριες και μικρά καταστήματα, ενώ η πρόσβαση είναι εύκολη μέσω του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης. Μέσα και γύρω από τον οικισμό σχηματίζονται αρκετές παραλίες του Πανόρμου. Η κεντρική παραλία βρίσκεται δίπλα στο λιμάνι και προστατεύεται από τους ανέμους, ενώ δυτικά του χωριού υπάρχει ακόμη μία αμμώδης παραλία και μικρότεροι βραχώδεις όρμοι. Ιστορία του Πανόρμου Η περιοχή κατοικείται από την αρχαιότητα και εδώ τοποθετείται η αρχαία Πάνορμος. Σημαντικό μνημείο αυτής της μακράς ιστορίας είναι η παλαιοχριστιανική βασιλική της Αγίας Σοφίας, νότια του σημερινού χωριού. Η μεγάλη τρίκλιτη βασιλική κτίστηκε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Κρήτης. Κατά τον Μεσαίωνα το Πάνορμο έγινε γνωστό ως Καστέλι Μυλοποτάμου ή Ρουμελί Καστέλι. Στις αρχές του 13ου αιώνα ο Γενουάτης Ερρίκος Πεσκατόρε κατασκεύασε εδώ το φρούριο Castel Milopotamo, το οποίο αργότερα πέρασε στην κατοχή των Ενετών. Γύρω από το φρούριο αναπτύχθηκε ο οικισμός που εξελίχθηκε στο σημερινό Πάνορμο. Από την οχύρωση σώζονται σήμερα λίγα ίχνη κοντά στο λιμάνι. Στα νεότερα χρόνια το Πάνορμο αποτέλεσε σημαντικό λιμάνι για τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων της επαρχίας Μυλοποτάμου, κυρίως ελαιολάδου και χαρουπιού. Στο χωριό σώζεται ο αναπαλαιωμένος χαρουπόμυλος, ένα χαρακτηριστικό μνημείο της οικονομικής ιστορίας της περιοχής, το οποίο χρησιμοποιείται πλέον ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει στα στενά του χωριού, να δει τα παλιά σπίτια και τις εκκλησίες, να επισκεφτεί το λιμάνι και να απολαύσει τις προστατευμένες παραλίες. Το Πάνορμο αποτελεί επίσης καλή βάση για περιηγήσεις στην ενδοχώρα και στα χωριά της επαρχίας Μυλοποτάμου.[widgetkit id=2700]

Περισσότερα...

Γαβαλοχώρι

Γαβαλοχώρι

Το Γαβαλοχώρι είναι ένα παραδοσιακό χωριό της ιστορικής επαρχίας Αποκορώνου, κτισμένο σε μια εύφορη περιοχή με ελαιώνες, αμπελώνες και κυπαρίσσια, ανάμεσα στα Χανιά και το Ρέθυμνο. Το χωριό διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του, με πετρόκτιστα σπίτια, καμάρες, παλιές αυλές και στενά δρομάκια. Η περιοχή φαίνεται ότι κατοικείται ήδη από την Ύστερη Μινωική περίοδο και συνέχισε να αναπτύσσεται κατά τους ιστορικούς χρόνους. Αρχαιολογικές έρευνες έχουν φέρει στο φως τάφους, νομίσματα, αγγεία και άλλα ευρήματα που μαρτυρούν τη μακρά παρουσία του ανθρώπου στην περιοχή. Η ονομασία του χωριού συνδέεται παραδοσιακά με την οικογένεια των Γαβαλάδων, η οποία εγκαταστάθηκε στην Κρήτη κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Κατά την Ενετοκρατία και τους επόμενους αιώνες ο οικισμός αναπτύχθηκε και απέκτησε πολλά από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που διακρίνονται ακόμη και σήμερα. Τι να δείτε στο Γαβαλοχώρι Ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα είναι τα Γαβαλιανά Πηγάδια, ένα εντυπωσιακό συγκρότημα παλιών πετρόκτιστων πηγαδιών. Τα πηγάδια χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων και των ζώων και αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής διαχείρισης του νερού στην περιοχή. Στο χωριό λειτουργεί το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Γαβαλοχωρίου, το οποίο στεγάζεται σε ένα αξιόλογο παραδοσιακό κτίριο. Οι συλλογές του παρουσιάζουν την καθημερινή ζωή, την τοπική αρχιτεκτονική, τις αγροτικές εργασίες, την κεραμική, την ξυλογλυπτική και την υφαντική παράδοση του Αποκόρωνα. Αξίζει επίσης να δείτε το παλιό Δημοτικό Σχολείο, τις εκκλησίες του χωριού και την παλιά φάμπρικα, δηλαδή το παραδοσιακό ελαιοτριβείο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τέχνη του κοπανελιού, μιας λεπτής δαντέλας που κατασκευάζεται με ξύλινα εργαλεία και εξακολουθεί να διατηρείται από τις γυναίκες του χωριού. Το Γαβαλοχώρι προσφέρεται για έναν ήρεμο περίπατο στα στενά του, όπου ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει παλιά αρχοντικά, καμαρωτές εισόδους, πέτρινες στέρνες και άλλα στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του Αποκόρωνα. [widgetkit id=2711]

Περισσότερα...

Τρεις Εκκλησιές

Τρεις Εκκλησιές

Οι Τρεις Εκκλησιές είναι ένας μικρός παραθαλάσσιος οικισμός που βρίσκεται περίπου 64χλμ νότια του Ηρακλείου, στην καρδιά του άγριου τοπίου των Αστερουσίων Ορέων. Ανήκει στην περιφέρεια του χωριού Παράνυμφοι της ιστορικής επαρχίας Μονοφατσίου. Η πρόσβαση γίνεται από τους Παρα­νύμφους μέσω ασφαλτοστρωμένου δρόμου με συνεχείς στροφές και εντυπωσιακή θέα προς το Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Η διαδρομή διασχίζει ένα γυμνό και επιβλητικό τοπίο με απότομες πλαγιές, φαράγγια και χαρουπόδεντρα, πριν καταλήξει στον παραθαλάσσιο οικισμό. Οι Τρεις Εκκλησιές είναι κτισμένες κοντά στην έξοδο του επιβλητικού φαραγγιού του Αμπά, το οποίο σχηματίζει έναν από τους ψηλότερους εποχικούς καταρράκτες της Κρήτης. Στην περιοχή έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικά ευρήματα και ίχνη παλαιοχριστιανικών ναών, τα οποία δείχνουν ότι ο τόπος κατοικούνταν ήδη από την αρχαιότητα. Το όνομα του οικισμού προέρχεται από τις τρεις εκκλησίες της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, του Αγίου Γεωργίου και του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Στο σημείο λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα μικρό μοναστηριακό συγκρότημα αφιερωμένο στην Παναγία. Φύση και παραλίες Τα βουνά γύρω από τις Τρεις Εκκλησιές αποτελούν σημαντικό βιότοπο για τα αρπακτικά πτηνά της Κρήτης. Στην περιοχή ζουν όρνια και ο σπάνιος γυπαετός, ενώ στις πλαγιές αναπτύσσονται εκτεταμένες συστάδες από χαρουπόδεντρα. Ο οικισμός αποτελεί καλή βάση για την εξερεύνηση της άγριας ακτογραμμής των Αστερουσίων, όπου σχηματίζονται μικρές παραλίες, θαλάσσιες σπηλιές και απομονωμένοι όρμοι. Πολλές από αυτές τις ακτές είναι προσβάσιμες μόνο με σκάφος ή με απαιτητική πεζοπορία. Η περισσότερο προσβάσιμη είναι η κεντρική παραλία των Τριών Εκκλησιών, η οποία έχει χοντρή άμμο και βαθιά νερά. Στον οικισμό λειτουργούν δωμάτια, ταβέρνες και καφενεία, κυρίως κατά την τουριστική περίοδο. [widgetkit id=2712]

Περισσότερα...

Λέντας

Λέντας

Ο Λέντας είναι ένας γραφικός παραθαλάσσιος οικισμός που βρίσκεται 74 χλμ. νότια του Ηρακλείου, στις νότιες πλαγιές των Αστερουσίων Ορέων. Ανήκει διοικητικά στην κοινότητα Μιαμούς και έχει εξελιχθεί σε ήπια αναπτυγμένο τουριστικό προορισμό, κατάλληλο για ήρεμες διακοπές δίπλα στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Η πρόσβαση στον Λέντα γίνεται μέσω του ορεινού οδικού δικτύου των Αστερουσίων. Η διαδρομή περνάει από άγρια τοπία και προσφέρει πανοραμική θέα προς τη θάλασσα και τις νότιες ακτές της Κρήτης. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει πολλές ήσυχες παραλίες και μικρούς όρμους. Δυτικά του οικισμού βρίσκεται ο Δυσκός, ενώ η παραλία του Λέντα, μπροστά στον οικισμό, είναι η πιο πολυσύχναστη και οργανωμένη παραλία της περιοχής. Ο σημερινός οικισμός είναι κτισμένος στη θέση της αρχαίας Λεβήνας, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους ως επίνειο της Γόρτυνας. Η Λεβήνα έγινε ιδιαίτερα γνωστή για το ιερό του Ασκληπιού, που αναπτύχθηκε κοντά σε ιαματική πηγή και αποτέλεσε σημαντικό θεραπευτικό κέντρο της αρχαιότητας. Κοντά στον αρχαιολογικό χώρο βρίσκεται η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, η οποία κτίστηκε με υλικά από παλαιότερα οικοδομήματα της αρχαίας πόλης. Το τοπίο γύρω από τον Λέντα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερους βραχώδεις σχηματισμούς. Το ακρωτήριο δυτικά του οικισμού μοιάζει με κεφάλι λιονταριού, ένας βράχος κοντά στο Ψαμιδομούρι θυμίζει ελέφαντα, ενώ ανατολικότερα το ακρωτήριο Τράφουλας μοιάζει με κροκόδειλο. Σύμφωνα με έναν τοπικό θρύλο, τα τρία πετρωμένα ζώα έμειναν στην περιοχή για να τη φυλάσσουν αιώνια.

Περισσότερα...

Μαργαρίτες Μυλοποτάμου

Μαργαρίτες Μυλοποτάμου

Οι Μαργαρίτες, στην ιστορική επαρχία Μυλοποτάμου, αποτελούν ένα από τα ομορφότερα παραδοσιακά χωριά της Κρήτης. Είναι κτισμένες σε πανοραμική τοποθεσία, σε υψόμετρο περίπου 300 μέτρων, πάνω από καταπράσινες ρεματιές. Τα πολύχρωμα πετρόκτιστα σπίτια, οι παλιές εκκλησίες και τα γραφικά σοκάκια δημιουργούν ένα ιδιαίτερα όμορφο οικιστικό σύνολο. Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκονται η Αρχαία Ελεύθερνα και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ελεύθερνας. Έτσι, οι Μαργαρίτες αποτελούν ιδανική στάση για φαγητό, περίπατο και γνωριμία με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τις τέχνες του Μυλοποτάμου. Το χωριό έχει μακρά παράδοση στην αγγειοπλαστική. Στα εργαστήρια και τα καταστήματά του θα δείτε πιθάρια, γλάστρες, πιατέλες και πολλά ακόμη κεραμικά αντικείμενα, διακοσμητικά ή χρηστικά. Οι τεχνικές των αγγειοπλαστών έχουν βαθιές ρίζες και περνούν από γενιά σε γενιά. Οι Μαργαρίτες, μαζί με το Θραψανό Ηρακλείου, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα κέντρα αγγειοπλαστικής της Κρήτης. Η ιστορία του χωριού αποτυπώνεται και στις πολυάριθμες εκκλησίες του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο 1383, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος του 15ου αιώνα, η Κοίμηση της Θεοτόκου με το εντυπωσιακό καμπαναριό και ο Άγιος Νικόλαος. Σε λόφο πάνω από το χωριό βρίσκεται επίσης η Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και Αγίου Γεδεών. Οι Μαργαρίτες καταστράφηκαν από τους Ενετούς το 1333, εξαιτίας της επαναστατικής δράσης των κατοίκων τους. Κατά την Οθωμανική περίοδο αποτέλεσαν διοικητικό κέντρο της επαρχίας Μυλοποτάμου, ενώ το 1829 έγιναν έδρα του Κρητικού Συμβουλίου. Αργότερα, το 1879, αποτέλεσαν έδρα του Δήμου Μαργαριτών. [widgetkit id=2715]

Περισσότερα...

Δείτε ακόμη:

Download Free Premium Joomla Templates • FREE High-quality Joomla! Designs BIGtheme.net