Το σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus), γνωστό και ως μολυντήρι, είναι ένα μικρόσωμο γκέκο που συναντάται συχνά σε σπίτια και οικισμούς της Κρήτης. Τις νύχτες παρατηρείται σε τοίχους και κοντά σε φωτιστικά, όπου κυνηγά έντομα. Δεν διαθέτει δηλητήριο και είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο.
Το συνολικό μήκος του είναι συνήθως γύρω στα 10 εκατοστά και μπορεί να φτάσει περίπου τα 12, μαζί με την ουρά. Έχει λεπτό σώμα, σχετικά μεγάλα μάτια και ανοιχτόχρωμο δέρμα, συχνά με καφέ κηλίδες. Τη νύχτα μπορεί να φαίνεται σχεδόν ημιδιαφανές, ενώ την ημέρα ο χρωματισμός του είναι συνήθως σκουρότερος. Σε σύγκριση με την ταρέντολα είναι πιο λεπτοκαμωμένο και λιγότερο στιβαρό.
Τα δάχτυλά του διαθέτουν προσκολλητικές επιφάνειες και νύχια, που του επιτρέπουν να σκαρφαλώνει σε τοίχους και να κινείται ακόμη και σε οροφές. Ζει επίσης σε βραχώδεις περιοχές, ξερολιθιές και άλλα σημεία με σχισμές και προστατευμένες κρυψώνες.
Είναι κυρίως νυκτόβιο και περνά την ημέρα κρυμμένο. Τρέφεται με έντομα, αράχνες και άλλα μικρά αρθρόποδα. Η παρουσία του δίπλα στα φώτα συνδέεται με τη συγκέντρωση της λείας του εκεί. Τα θηλυκά γεννούν συνήθως 1–2 αυγά κάθε φορά, επαναλαμβάνοντας την ωοτοκία μέσα στη χρονιά.
Το σαμιαμίδι επικοινωνεί με μικρούς χαρακτηριστικούς ήχους. Αν συλληφθεί από θηρευτή, μπορεί να αποβάλει την ουρά του, η οποία συνεχίζει για λίγο να κινείται και αποσπά την προσοχή του επιτιθέμενου. Η ουρά αναγεννάται σταδιακά, αλλά μπορεί να έχει διαφορετική εμφάνιση από την αρχική. Δεν πρέπει να το πιάνουμε από την ουρά ούτε να το ενοχλούμε για να προκαλέσουμε αυτή την αντίδραση.
Οι ονομασίες «μολυντήρι» και «μυσαρός» συνδέονται με παλιές προκαταλήψεις και δεν σημαίνουν ότι το ζώο είναι δηλητηριώδες. Ανά την Ελλάδα αναφέρεται επίσης ως σημειαμίδι, σαμιαμίθι, σαμιάμιθος, σαλαμίδι, μιόνυχα, κωλοπαπάς, ψαψαμύτης, σαμνιόμυτας, μυσιαρός, σιαμαός και μεχάρους.






Σαμιαμίδι 
































































