Οχυρωμένες Πόλεις

Κάστρα

Ενετικά Τείχη Χανίων

Τα Χανιά, η σημαντικότερη πόλη της δυτικής Κρήτης, είναι κτισμένα στον ανατολικό μυχό του κόλπου των Χανίων, στη θέση της αρχαίας Κυδωνίας. Η πόλη συνέχισε να κατοικείται κατά την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο, έως την κατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες της Ανδαλουσίας μεταξύ 824 και 827 μ.Χ. Μετά τη βυζαντινή ανακατάληψη του νησιού το 961, ο οικισμός ανοικοδομήθηκε, χωρίς όμως να ανακτήσει αμέσως την παλαιότερη ακμή του. Λόγω της στρατηγικής θέσης του, οι Βυζαντινοί οχύρωσαν τον λόφο που είναι σήμερα γνωστός ως Καστέλι.

Οι Ενετοί ανοικοδόμησαν και εποίκισαν συστηματικά την πόλη το 1252. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στο βυζαντινό Καστέλι, όπου έκτισαν τη Μητρόπολη της Santa Maria, το παλάτι του ρέκτορα, δηλαδή του Ενετού διοικητή, και τις κατοικίες των αξιωματούχων. Στους πρόποδες του λόφου άρχισαν να αναπτύσσονται οι πρώτοι βούργοι, δηλαδή συνοικίες έξω από την αρχική οχύρωση, στις οποίες κατοικούσαν τεχνίτες, έμποροι και άλλοι επαγγελματίες. Οι συνοικίες αυτές καταστράφηκαν το 1266 από τους Γενουάτες του Obertino Doria.

Η ανάγκη επέκτασης της οχύρωσης πέρα από το τείχος του Καστελίου έγινε πλέον επιτακτική. Οι φεουδάρχες ζήτησαν από την κεντρική διοίκηση της Βενετίας να κατασκευαστεί ένας νέος περίβολος που θα περιλάμβανε ολόκληρη την αναπτυσσόμενη πόλη. Η κατασκευή του αποφασίστηκε το 1336 και τα έργα ολοκληρώθηκαν περίπου είκοσι χρόνια αργότερα. Αυτά ήταν τα πρώτα εκτεταμένα τείχη της La Canea, όπως ονόμαζαν οι Ενετοί τα Χανιά.

Οι πρώτες αυτές οχυρώσεις ήταν σχετικά χαμηλές και δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη συνεχώς εξελισσόμενη πολεμική τεχνολογία και τη χρήση του πυροβολικού. Το 1536 ο σπουδαίος Βερονέζος στρατιωτικός αρχιτέκτονας Michele Sanmicheli εκπόνησε το σχέδιο ενός νέου οχυρωματικού περιβόλου γύρω από την παλαιότερη πόλη. Η κύρια φάση των έργων διήρκεσε έως το 1568, ενώ μεταγενέστερες επεμβάσεις και βελτιώσεις πραγματοποιήθηκαν από άλλους Ενετούς μηχανικούς και αξιωματούχους, ανάμεσά τους ο Giulio Savorgnan και ο Γενικός Προβλεπτής Renier.

Για την κατασκευή των τειχών επιβλήθηκαν 13.936 αγγαρείες στους κατοίκους της Κρήτης. Κάθε αγγαρεία αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές, σε δώδεκα ή δεκαοκτώ ημέρες εργασίας για όσους προέρχονταν από ορεινές και πεδινές περιοχές αντίστοιχα. Αρχικά οι εργάτες αμείβονταν με τέσσερα έως οκτώ σολδίνια, αργότερα όμως εργάζονταν χωρίς αμοιβή και με ελάχιστη τροφή. Η συνολική δαπάνη των οχυρώσεων των Χανίων, μαζί με την κατασκευή των φρουρίων στη νησίδα Θοδωρού, υπολογίζεται ότι έφτασε τα 87.000 δουκάτα.

Τα νέα τείχη είχαν σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και συνολική περίμετρο περίπου 3.085 μέτρων. Κατά μήκος της χερσαίας πλευράς τους εκτεινόταν τάφρος μήκους περίπου 1.942 μέτρων, βάθους 10 μέτρων και πλάτους έως 50 μέτρων. Στις τέσσερις γωνίες του περιβόλου είχαν κατασκευαστεί ισχυροί προμαχώνες, οι οποίοι ενισχύονταν από εξωτερικά οχυρωματικά έργα:

  1. Στη βορειοδυτική γωνία βρισκόταν ο προμαχώνας San Salvatore, γνωστός και ως Venier ή Gritti, με το οχύρωμα Rivellino San Salvatore.
  2. Στη νοτιοδυτική γωνία βρισκόταν ο προμαχώνας Schiavo ή San Dimitrio, με τον επιπρομαχώνα Lando.
  3. Στη νοτιοανατολική γωνία βρισκόταν ο προμαχώνας Santa Lucia, με το ομώνυμο εξωτερικό οχύρωμα.
  4. Στη βορειοανατολική γωνία βρισκόταν ο προμαχώνας Sabionera ή Mocenigo, με το οχύρωμα Rivellino Michel.

Οι προμαχώνες συνδέονταν μεταξύ τους με ισχυρά ευθύγραμμα τμήματα τειχών, τις κορτίνες. Επειδή η νότια κορτίνα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ενισχύθηκε στο μέσο της με μια piattaforma, περίπου στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το μέγαρο του Φιλολογικού Συλλόγου «Χρυσόστομος». Στην ίδια ζώνη υπήρχαν τα οχυρωματικά έργα Della Mantona και San Giovanni. Προς την πλευρά του λιμανιού η άμυνα της πόλης συμπληρωνόταν από τις παράκτιες οχυρώσεις και τον λιμενοβραχίονα.

Τα Ενετικά Τείχη των Χανίων

Οι αναγκαίες επιχωματώσεις πραγματοποιήθηκαν επί ρέκτορα Leonardo Loredan. Η κύρια νότια είσοδος ήταν η πύλη Retimiota, δηλαδή η Πύλη του Ρεθύμνου, από την οποία ξεκινούσε ο δρόμος προς το Ρέθυμνο. Στην ανατολική πλευρά υπήρχε η Πύλη της Άμμου, η Sabionera, ενώ στα δυτικά βρισκόταν η πύλη Porto San Salvatore. Σε αντίθεση με τις πύλες του Χάνδακα, οι είσοδοι αυτές δεν προστατεύονταν επαρκώς από τους προμαχώνες, γεγονός που αποτελούσε σημαντικό μειονέκτημα της οχύρωσης.

Μια απογραφή του 1630 αναφέρει ότι το φρούριο των Χανίων διέθετε 319 κανόνια, 30.695 βλήματα και 413.274 λίβρες πυρίτιδας. Παρά τον ισχυρό αυτό οπλισμό, ο στρατιωτικός μηχανικός Del Monte είχε ήδη επισημάνει από το 1591 σοβαρές αδυναμίες στην άμυνα της πόλης. Θεωρούσε ότι οι πολύ οξείες γωνίες των τειχών άφηναν ακάλυπτα σημεία, οι επιχωματώσεις ήταν στενές και ορισμένα εξωτερικά οχυρώματα ανεπαρκή. Πρότεινε μάλιστα την εγκατάλειψη των Χανίων και τη μεταφορά της πόλης στη θέση της αρχαίας Απτέρας, πάνω από τον κόλπο της Σούδας, πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή.

Ύστερα από πολιορκία περίπου δύο μηνών, οι Οθωμανοί κατέλαβαν τα Χανιά στις 22 Αυγούστου 1645, αφού προκάλεσαν ρήγμα κοντά στον προμαχώνα Schiavo. Αποκατέστησαν τα κατεστραμμένα τμήματα των τειχών και πραγματοποίησαν μεταγενέστερες επισκευές και προσθήκες. Η Πύλη της Άμμου έγινε γνωστή ως Κουμ Καπί, ενώ η Retimiota ονομάστηκε Καλέ Καπισί, δηλαδή Πύλη του Φρουρίου. Στο εσωτερικό της τελευταίας κτίστηκε το τζαμί του Χουσεΐν Πασά, από τον μιναρέ του οποίου δινόταν το σήμα για το άνοιγμα και το κλείσιμο της πύλης.

Από την Καλέ Καπισί αποχώρησαν οι τελευταίοι Οθωμανοί στρατιώτες από τα Χανιά στις 3 Νοεμβρίου 1898. Μπροστά από την πύλη βρισκόταν η σημερινή πλατεία Κοτζάμπαση, όπου κατά την Οθωμανική Περίοδο πραγματοποιούνταν εκτελέσεις. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο επίσκοπος Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης, ο οποίος απαγχονίστηκε το 1821.

Οι οχυρώσεις διατηρούνταν σε σχετικά καλή κατάσταση έως τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν μεγάλα τμήματά τους κατεδαφίστηκαν για την επέκταση της πόλης και τη διάνοιξη δρόμων. Σήμερα η νότια πλευρά έχει σχεδόν εξαφανιστεί, αλλά σημαντικά κατάλοιπα σώζονται κυρίως στα δυτικά και στα ανατολικά, όπως ο προμαχώνας Schiavo, ο επιπρομαχώνας Lando, ο προμαχώνας San Salvatore ή Φιρκάς, η Sabionera και τμήματα της τάφρου.

Παλιά Πόλη Χανίων

Παλιά Πόλη Χανίων

Η Παλιά Πόλη των Χανίων αποτελεί ένα από τα ομορφότερα και καλύτερα διατηρημένα ιστορικά κέντρα της Μεσογείου. Παρόλο που βομβαρδίστηκε, καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε αρκετές φορές κατά τη μακρόχρονη ιστορία της, η Παλιά Πόλη των Χανίων διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τη μοναδική φυσιογνωμία της. Ως Παλιά Πόλη θεωρείται κυρίως το ιστορικό τμήμα των Χανίων που αναπτύχθηκε μέσα στα Ενετικά Τείχη, γύρω από τον λόφο του Καστελίου και το Παλιό Ενετικό Λιμάνι. Στα γραφικά σοκάκια, τις μικρές πλατείες και τις ιστορικές συνοικίες της, ο επισκέπτης συναντά μνημεία και αρχιτεκτονικά στοιχεία από διαφορετικές περιόδους της κρητικής ιστορίας. Μινωικά κατάλοιπα, βυζαντινές οχυρώσεις, ενετικά αρχοντικά, νεώρια και εκκλησίες συνυπάρχουν με οθωμανικά τζαμιά, χαμάμ και νεότερα νεοκλασικά κτίρια. Οι ιστορικές συνοικίες του Καστελίου, του Τοπανά, της Εβραϊκής και της Σπλάντζιας, μαζί με το Ενετικό Λιμάνι, συνθέτουν έναν γοητευτικό πολεοδομικό λαβύρινθο. Παραδοσιακά σπίτια, μικρά ξενοδοχεία, εργαστήρια, καταστήματα, καφέ και ταβέρνες στεγάζονται σε αναστηλωμένα κτίρια, διατηρώντας ζωντανή την ιστορική καρδιά των Χανίων. [widgetkit id=1341]

Περισσότερα...

Ενετικό Λιμάνι Χανίων

Ενετικό Λιμάνι Χανίων

Το Παλιό Ενετικό Λιμάνι των Χανίων, με τον επιβλητικό Αιγυπτιακό Φάρο, αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και περισσότερο αναγνωρίσιμα λιμάνια της Μεσογείου. Το Ενετικό Λιμάνι των Χανίων είναι το μεγαλύτερο από τα παλιά ενετικά λιμάνια των μεγάλων πόλεων της Κρήτης και διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την ιστορική του φυσιογνωμία. Μια βόλτα κατά μήκος της προκυμαίας και του λιμενοβραχίονα ως τον Αιγυπτιακό Φάρο αποτελεί μία από τις ωραιότερες εμπειρίες στα Χανιά. Σε συνδυασμό με την Παλιά Πόλη, τα Νεώρια, το Φρούριο Φιρκά και το Γιαλί Τζαμισί, το λιμάνι συγκροτεί ένα μοναδικό ιστορικό σύνολο. Κατά την Ενετοκρατία τα Χανιά ανέπτυξαν σημαντική εμπορική και ναυτιλιακή δραστηριότητα, με εισαγωγές και εξαγωγές αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Ωστόσο, ο κόλπος των Χανίων ήταν εκτεθειμένος κυρίως στους βόρειους και δυτικούς ανέμους, ενώ η αβαθής ανατολική λεκάνη του λιμανιού παρουσίαζε συχνές προσχώσεις. Το φυσικό και ασφαλέστερο λιμάνι της Σούδας εξυπηρετούσε παράλληλα σημαντικό μέρος των ναυτικών και στρατιωτικών αναγκών της περιοχής. Η κατάληψη της πόλης από τους Γενουάτες τον 13ο αιώνα κατέδειξε την ανάγκη κατασκευής ενός καλύτερα προστατευμένου λιμανιού. Το 1302 ο ρέκτορας Marino Gradenigo έθεσε το ζήτημα στην κυβέρνηση της Βενετίας, η οποία ενέκρινε την πρόταση. Η πρώτη οργανωμένη φάση κατασκευής πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1320 και 1356. Παράλληλα με τη διαμόρφωση της λιμενολεκάνης, κατασκευάστηκε ο λιμενοβραχίονας, ενώ κατά τους επόμενους αιώνες δημιουργήθηκαν τα ενετικά Νεώρια για τη φύλαξη και επισκευή των πλοίων. Από την αρχή της λειτουργίας του, το λιμάνι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εξαιτίας του μικρού βάθους, των προσχώσεων και της έκθεσής του στους ανέμους. Οι εκθέσεις των Ενετών αξιωματούχων αναφέρονται συχνά στην ανάγκη καθαρισμού και εκβάθυνσης, ιδιαίτερα της ανατολικής λεκάνης. Μετά την Επανάσταση του Αγίου Τίτου το 1363–1364 η δραστηριότητά του περιορίστηκε και δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο λιμάνι του Ηρακλείου. Το λιμάνι των Χανίων, ωστόσο, συνέχισε να χρησιμοποιείται και να δέχεται επεμβάσεις. Το 1551 καταγράφεται νέο αίτημα για εκβάθυνση της λεκάνης και κατασκευή τείχους με επάλξεις κατά μήκος του λιμενοβραχίονα. Το 1645 τα Χανιά καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς, ενώ η κατάκτηση της Κρήτης ολοκληρώθηκε το 1669, ύστερα από την παράδοση του Χάνδακα. Κατά την Οθωμανική Περίοδο το λιμάνι συνέχισε να χρησιμοποιείται, αλλά δεν πραγματοποιούνταν συστηματικά τα εκτεταμένα έργα συντήρησης και εκβάθυνσης που απαιτούνταν. Έτσι, οι προσχώσεις περιόρισαν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα εισόδου μεγάλων πλοίων, ιδιαίτερα στην ανατολική λεκάνη. Κατά την περίοδο της Αιγυπτιοκρατίας, από το 1830 έως το 1840, αναγνωρίστηκε εκ νέου η οικονομική και στρατηγική σημασία του λιμανιού. Με εντολή του Μοχάμεντ Άλι της Αιγύπτου, ο Μουσταφά Πασάς προχώρησε σε καθαρισμό και εκβάθυνση της λιμενολεκάνης, επισκευές στον λιμενοβραχίονα και ανακατασκευή του παλαιού ενετικού φάρου. Οι εργασίες, που ολοκληρώθηκαν κυρίως το 1838, έδωσαν στον φάρο τη χαρακτηριστική μορφή που διατηρεί έως σήμερα. Παρά τις επεμβάσεις, τα μεγάλα πλοία εξακολουθούσαν να αγκυροβολούν έξω από το λιμάνι όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Οι επιβάτες και τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με μικρότερα σκάφη στην προκυμαία, μπροστά από το τέμενος Κιουτσούκ Χασάν, γνωστό ως Γιαλί Τζαμισί. Κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας και τα επόμενα χρόνια επεκτάθηκε σταδιακά η κρηπίδωση και διαμορφώθηκε η σημερινή προκυμαία. Σήμερα το Παλιό Ενετικό Λιμάνι αποτελεί την ιστορική και τουριστική καρδιά των Χανίων. Εστιατόρια, καφέ, μικρά ξενοδοχεία και καταστήματα στεγάζονται στα αναστηλωμένα κτίρια της προκυμαίας, ενώ ο περίπατος έως τον Φάρο προσφέρει πανοραμική θέα προς την Παλιά Πόλη, τα Λευκά Όρη και το Κρητικό Πέλαγος.

Περισσότερα...

Δείτε ακόμη:

Download Free Premium Joomla Templates • FREE High-quality Joomla! Designs BIGtheme.net