Το σφραγισμένο Ιερό Σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου, γνωστό και ως Σπήλαιο του Προφήτη Ηλία, βρίσκεται νοτιοδυτικά από το Αρκαλοχώρι, στη νοτιοδυτική πλαγιά του λόφου του Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο περίπου 400 μέτρων. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά σπήλαια της μινωικής Κρήτης, καθώς στο εσωτερικό του βρέθηκε ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός χάλκινων, χρυσών και ασημένιων αναθημάτων, κυρίως διπλών πελέκεων και ξιφών.
Σήμερα η είσοδος του σπηλαίου είναι πολύ στενή, με πλάτος περίπου 0,70μ. και ύψος 1,60μ., ενώ το εσωτερικό του έχει περιορισμένες διαστάσεις λόγω παλαιότερων καταρρεύσεων. Η οροφή του υποστηρίζεται σε σημεία από τρεις τσιμεντένιους στύλους. Κατά τη μινωική εποχή, ωστόσο, το σπήλαιο ήταν πολύ μεγαλύτερο και πιθανότατα αποτελούνταν από περισσότερους μικρούς και μεγάλους θαλάμους που επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
Μεγάλο τμήμα της οροφής κατέρρευσε κατά την αρχαιότητα, πιθανώς εξαιτίας σεισμικής δραστηριότητας ή άλλων φυσικών διεργασιών. Στο παρελθόν η καταστροφή είχε συνδεθεί και με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, χωρίς όμως αυτό να έχει επιβεβαιωθεί. Το σπήλαιο υπέστη και νεότερες κατακρημνίσεις κατά τον 20ό αιώνα, ενώ η αρχαιολογική έρευνα και οι λαθρανασκαφές επηρέασαν επίσης την αρχική του μορφή.
Η πρώτη συστηματική αρχαιολογική έρευνα πραγματοποιήθηκε το 1912 από τον Ιωσήφ Χατζηδάκη, ο οποίος αποκάλυψε όστρακα πήλινων αγγείων, 53 λεπίδες χάλκινων ξιφών χωρίς λαβές, με μήκος που έφτανε περίπου το ένα μέτρο, και 19 αναθηματικούς διπλούς πελέκεις, ένας από τους οποίους ήταν ασημένιος. Τις επόμενες δεκαετίες το σπήλαιο έγινε στόχος αρχαιοκαπήλων.
Νέες συστηματικές ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν το 1934–1935 από τους αρχαιολόγους Σπυρίδωνα Μαρινάτο και Νικόλαο Πλάτωνα. Οι έρευνες έφεραν στο φως εκατοντάδες μεταλλικά αντικείμενα, κυρίως ξίφη και διπλούς πελέκεις από χαλκό, χρυσό και ασήμι. Ανάμεσά τους υπήρχαν μικροσκοπικοί αναθηματικοί πελέκεις, αλλά και μεγαλύτερα τελετουργικά όπλα, με ορισμένους πελέκεις να φτάνουν σε μήκος περίπου 70 εκατοστών. Το μεγαλύτερο ξίφος έχει μήκος περίπου 1,05μ. και θεωρείται ένα από τα μακρύτερα χάλκινα ξίφη της προϊστορικής Ελλάδας. Αρκετοί πελέκεις και ξίφη έφεραν εγχάρακτα σύμβολα, οπές ή κρίκους ανάρτησης, στοιχεία που ενισχύουν την άποψη ότι αποτελούσαν αναθήματα και όχι συνηθισμένα εργαλεία ή όπλα.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα ευρήματα ξεχωρίζει ο περίφημος ενεπίγραφος χάλκινος διπλός πέλεκυς του Αρκαλοχωρίου, ο οποίος χρονολογείται στη νεοανακτορική περίοδο, περίπου μεταξύ 1700 και 1500 π.Χ. Στην επιφάνειά του έχουν χαραχθεί 15 σύμβολα τοποθετημένα σε τρεις στήλες. Ορισμένα από αυτά παρουσιάζουν ομοιότητες με σημεία της Γραμμικής Α και του Δίσκου της Φαιστού. Παρά τις διάφορες προσπάθειες ερμηνείας, η επιγραφή δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και το πραγματικό της περιεχόμενο παραμένει άγνωστο. Ένας ακόμη πέλεκυς φέρει επιγραφή που έχει συνδεθεί με τη Γραμμική Α.
Μία από τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί συνδέει τα σύμβολα του ενεπίγραφου πελέκεως με τελετές προς τη Μητέρα Γη και τον Δία, καθώς και με την έννοια του Ιερού Γάμου, δηλαδή της συμβολικής ένωσης μιας μητρικής θεότητας με μια αρσενική θεότητα της γονιμότητας. Πρόκειται, ωστόσο, για υποθετική ερμηνεία που δεν έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικά. Η εξαιρετικά μεγάλη συγκέντρωση διπλών πελέκεων, του σημαντικότερου ίσως ιερού συμβόλου του μινωικού πολιτισμού, μαρτυρεί σε κάθε περίπτωση τον ιδιαίτερο θρησκευτικό χαρακτήρα του σπηλαίου.
Στα ευρήματα περιλαμβάνεται επίσης ένα μικρό χρυσελεφάντινο ειδώλιο γυναικείας μορφής, η οποία κρατά τα χέρια της μπροστά στο σώμα, καθώς και αναθήματα που φέρουν σύμβολα της Γραμμικής Α. Τα αντικείμενα αυτά έχουν συνδεθεί με τη λατρεία κάποιας γυναικείας θεότητας, πιθανώς της Μητέρας Γης, αν και η ακριβής ταυτότητα των θεοτήτων που λατρεύονταν στο σπήλαιο παραμένει άγνωστη.
Η θέση του σπηλαίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της Κρήτης, ανάμεσα σε σημαντικά μινωικά λατρευτικά κέντρα. Από την κορυφή του λόφου υπάρχει οπτική επαφή με το ιερό κορυφής του Κόφινα, το ιερό κορυφής του Γιούχτα, καθώς και με τα ιερά βουνά της Ίδης και της Δίκτης. Η γεωγραφική αυτή θέση ενδέχεται να συνέβαλε στη μεγάλη θρησκευτική σημασία του χώρου.
Γύρω από τον λόφο απλώνονται οι κάμποι του Αρκαλοχωρίου προς τα Λασιθιώτικα βουνά, το Καστέλι, το Θραψανό, το Χουμέρι και την Αγία Σεμνή, ενώ νοτιότερα υψώνονται οι χωματόλοφοι της Μουσούτας και του Τζίγκουνα. Στην κορυφή και στο ανατολικό πρανές του ίδιου λόφου διακρίνονται ίχνη αρχαίων κτιρίων και εγκαταστάσεων, πιθανώς αρχαϊκών χρόνων, καθώς και ενδείξεις βιοτεχνικών εγκαταστάσεων και ενός μινωικού ιερού κορυφής.
Ο Σπυρίδων Μαρινάτος είχε διατυπώσει την υπόθεση ότι το σπήλαιο αποτελούσε κέντρο λατρείας ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. και σχετιζόταν πιθανώς με πολεμική θεότητα, λόγω του μεγάλου αριθμού όπλων που βρέθηκαν. Είχε ακόμη προτείνει τη σύνδεσή του με τον μύθο της γέννησης του Δία. Άλλες ερμηνείες συνδέουν τη λατρεία με θεότητες της φύσης και της γονιμότητας. Η παρουσία κομματιών χαλκού προς κατεργασία έχει οδηγήσει επίσης στην υπόθεση ότι κάποιος χώρος του σπηλαίου χρησιμοποιήθηκε ως εργαστήριο χαλκέων.
Ο Gareth Owens έχει προτείνει τη σύνδεση του σπηλαίου με τη μυθική Λαβύρινθο, συσχετίζοντας την ονομασία της με τη λέξη λάβρυς, δηλαδή τον διπλό πέλεκυ, καθώς κανένα άλλο γνωστό σπήλαιο της Κρήτης δεν έχει αποδώσει τόσο μεγάλο αριθμό πελέκεων. Και αυτή, ωστόσο, παραμένει μία ενδιαφέρουσα αλλά μη αποδεδειγμένη ερμηνεία.
Τα σημαντικότερα ευρήματα από το Ιερό Σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο περίφημος ενεπίγραφος διπλός πέλεκυς, ένα από τα πιο αινιγματικά αντικείμενα της μινωικής Κρήτης.
What is near me?
Πρόσθετες Πληροφορίες
- Περιοχή: Νομός Ηρακλείου
- Τύπος: Με αρχαιολογική σημασία






Σπήλαιο Αρκαλοχωρίου 




-d9fa7a9e12.jpg)



































































