Κοντά στον Άγιο Γεώργιο Σητείας (ή Τουρτούλοι) βρίσκονται τα δύο σπήλαια Μικρό και Μεγάλο Κατωφύγι (μέγιστο μήκος εσωτερικών διαδρομών 100m). Το Μεγάλο Κατωφύγι βρίσκεται ΒΔ του Αγίου Γεωργίου στη θέση Ρούσσου Χαράκι-Τσουλούφια. Έχει διανοιχθεί σε Ιουρασικό ασβεστόλιθο σε υψόμετρο 450μ.
Νότια της Απτέρας βρίσκεται ο θολωτός τάφος του Στύλου, που ήρθε στο φως το 1961 (συλημένος) από τους Ν. Πλάτωνα και Κ. Δαβάρα. Πρόκειται για μνημειακό τάφο τοπάρχη της περιοχής, με κυκλικό, λιθόκτιστο θάλαμο και μακρύ, κτιστό δρόμο μήκος 20,80m.
Το σπήλαιο Μούγκρι (ή πιο σωστά του Μούγκρη) βρίσκεται στην καρδιά του Κουλούκωνα, βορειοδυτικά από τη μονή Βωσάκου. Αναπτύσσεται μέσα στα κατώτερα μέλη της ομάδας των «Πλακωδών ασβεστολίθων» της περιοχής κατά μήκος ενός από πολλά ρήγματα που επηρέασαν την περιοχή.
Λίγο πιο κάτω από την ιστορική Μονή Οδηγήτριας που βρίσκεται στην αγκαλιά των Αστερουσίων στο Νότιο Ηράκλειο συναντάμε το σπηλαιώδη ναό της Αγίας Κυριακής. Συγκεκριμένα βρίσκεται στην ανατολική πλαγιά του ρέματος Γιαλομονόχωρος λίγο πριν αυτό μπει στο φαράγγι των αγίων, το Αγιοφάραγγο στην περιοχή που ονομάζεται Κόκκινος Βόλακας.
Δημιούργημα των ανθρώπων στην αγκαλιά της φύσης, ο Βενετσιάνικος μοναστηριακός νερόμυλος του Στύλου, ήταν ο μεγαλύτερος νερόμυλος της Κρήτης με 5 στόμια εξόδου του νερού και ο μοναδικός που λειτουργούσε με βαγένια τα οποία έφερναν το νερό στις φτερωτές αξιοποιώντας στο έπακρο τον ποταμό Κοιλιάρη (ή Κυλιάρη).
Το πευκόφυτο φαράγγι της Κερατίδας ξεκινάει πάνω από το Κουστογέρακο και μετά από δύσκολη και απότομη κατάβαση περίπου 2 ωρών, συναντάει το παραλιακό μονοπάτι του Ε4 που οδηγεί στη Σούγια. Αρχικά η πορεία γίνεται από τα πλάγια, ενώ στη συνέχεια από την κοίτη.
The church of St. Nicholas at Kyriakosellia belongs to the most important churches in Crete. Its walls are adorned by frescoes. It is one of the finest samples of Byzantine architecture in the island.
Στη βόρεια πλευρά της πλατείας Κορνάρου βρίσκεται η κρήνη Μπέμπο και το τουρκικό σεμπίλι, (φιλανθρωπική κρήνη) που κτίστηκε αργότερα. Κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1552-1554 από τον καπιτάνο Gian Matteo Bembo, που πρώτος διοχέτευσε πηγαίο νερό μέσω υδραγωγείου στο Χάνδακα για πρώτη φορά.